φυλάω  Verb  [filao, fylaw]

Ähnliche Bedeutung wie φυλάω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φυλάω

... ειδών διακρίνονται σε αρσενικές και θηλυκές ποικιλίες, γνωστές ως βιολογικό φύλο. Η σεξουαλική αναπαραγωγή αποτελείται από συνδυασμούς και μείγματα γενετικών ...

... ή Ἱπποθοντίς ή Ἱπποθωντίς) ή Ιπποθοωντίδα φυλή ή Ιπποθωντίδα ή Ιπποθοντίδα (σύγχρονα ελληνικά) για την φυλή και Ιπποθοωντίδα ή Ιπποθωντίδα ή Ιπποθοντίδα ...

... ονομασία Αντιοχίς (αρχαία ελληνικά: Ἀντιοχίς) ή Αντιοχίδα φυλή (σύγχρονα ελληνικά) για την φυλή και Αντιοχίδα (γενική: Αντιοχίδος) για την περιοχή και με ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze reservieren

... Mein Vater sagte, dass er sich einen Tag reservieren wollte, um mich mit in den Zoo zu nehmen. ...

... "Sie ist ein sehr reserviertes Mädchen." "Ach, ich wusste gar nicht, dass man sie reservieren kann." ...

... Ich möchte mir auch gerne einen Mietwagen reservieren lassen. ...

Quelle: Espi, MUIRIEL, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΦΥΛΑΩ
I guard
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φυλάω (φυλάγω)φυλάμε (φυλάγουμε, φυλάγομε)φυλάγομαιφυλαγόμαστε
φυλάς (φυλάγεις)φυλάτε (φυλάγετε)φυλάγεσαιφυλάγεστε, φυλαγόσαστε
φυλάει (φυλάγει)φυλάν(ε) (φυλάγουν(ε))φυλάγεταιφυλάγονται
Imper
fekt
φύλαγαφυλάγαμεφυλαγόμουν(α)φυλαγόμαστε, φυλαγόμασταν
φύλαγεςφυλάγατεφυλαγόσουν(α)φυλαγόσαστε, φυλαγόσασταν
φύλαγεφύλαγαν, φυλάγαν(ε)φυλαγόταν(ε)φυλάγονταν, φυλαγόντανε, φυλαγόντουσαν
Aoristφύλαξαφυλάξαμεφυλάχτηκαφυλαχτήκαμε
φύλαξεςφυλάξατεφυλάχτηκεςφυλαχτήκατε
φύλαξεφύλαξαν, φυλάξαν(ε)φυλάχτηκεφυλάχτηκαν, φυλαχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω φυλάξει
έχω φυλαγμένο
έχουμε φυλάξει
έχουμε φυλαγμένο
έχω φυλαχτεί
είμαι φυλαγμένος, -η
έχουμε φυλαχτεί
είμαστε φυλαγμένοι, -ες
έχεις φυλάξει
έχεις φυλαγμένο
έχετε φυλάξει
έχετε φυλαγμένο
έχεις φυλαχτεί
είσαι φυλαγμένος, -η
έχετε φυλαχτεί
είστε φυλαγμένοι, -ες
έχει φυλάξει
έχει φυλαγμένο
έχουν φυλάξει
έχουν φυλαγμένο
έχει φυλαχτεί
είναι φυλαγμένος, -η, -ο
έχουν φυλαχτεί
είναι φυλαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φυλάξει
είχα φυλαγμένο
είχαμε φυλάξει
είχαμε φυλαγμένο
είχα φυλαχτεί
ήμουν φυλαγμένος, -η
είχαμε φυλαχτεί
ήμαστε φυλαγμένοι, -ες
είχες φυλάξει
είχες φυλαγμένο
είχατε φυλάξει
είχατε φυλαγμένο
είχες φυλαχτεί
ήσουν φυλαγμένος, -η
είχατε φυλαχτεί
ήσαστε φυλαγμένοι, -ες
είχε φυλάξει
είχε φυλαγμένο
είχαν φυλάξει
είχαν φυλαγμένο
είχε φυλαχτεί
ήταν φυλαγμένος, -η, -ο
είχαν φυλαχτεί
ήταν φυλαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φυλάω (θα φυλάγω)θα φυλάγαμε (θα φυλάγουμε, θα φυλάγομε)θα φυλάγομαιθα φυλαγόμαστε
θα φυλάς (θα φυλάγεις)θα φυλάτε (θα φυλάγετε)θα φυλάγεσαιθα φυλάγεστε, θα φυλαγόσαστε
θα φυλάει (θα φυλάγει)θα φυλάν(ε) (θα φυλάγουν(ε))θα φυλάγεταιθα φυλάγονται
Fut
ur
θα φυλάξωθα φυλάξουμε, θα φυλάξομεθα φυλαχτώθα φυλαχτούμε
θα φυλάξειςθα φυλάξετεθα φυλαχτείςθα φυλαχτείτε
θα φυλάξειθα φυλάξουν(ε)θα φυλαχτείθα φυλαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φυλάξει
θα έχω φυλαγμένο
θα έχουμε φυλάξει
θα έχουμε φυλαγμένο
θα έχω φυλαχτεί
θα είμαι φυλαγμένος, -η
θα έχουμε φυλαχτεί
θα είμαστε φυλαγμένοι, -ες
θα έχεις φυλάξει
θα έχεις φυλαγμένο
θα έχετε φυλάξει
θα έχετε φυλαγμένο
θα έχεις φυλαχτεί
θα είσαι φυλαγμένος, -η
θα έχετε φυλαχτεί
θα είστε φυλαγμένοι, -ες
θα έχει φυλάξει
θα έχει φυλαγμένο
θα έχουν φυλάξει
θα έχουν φυλαγμένο
θα έχει φυλαχτεί
θα είναι φυλαγμένος, -η, -ο
θα έχουν φυλαχτεί
θα είναι φυλαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φυλάω (να φυλάγω)να φυλάμε (να φυλάγουμε, να φυλάγομε)να φυλάγομαινα φυλαγόμαστε
να φυλάς (να φυλάγεις)να φυλάτε (να φυλάγετε)να φυλάγεσαινα φυλάγεστε, να φυλαγόσαστε
να φυλάει (να φυλάγει)να φυλάν(ε) (να φυλάγουν(ε))να φυλάγεταινα φυλάγονται
Aoristνα φυλάξωνα φυλάξουμε, να φυλάξομενα φυλαχτώνα φυλαχτούμε
να φυλάξειςνα φυλάξετενα φυλαχτείςνα φυλαχτείτε
να φυλάξεινα φυλάξουν(ε)να φυλαχτείνα φυλαχτούν(ε)
Perfνα έχω φυλάξει
να έχω φυλαγμένο
να έχουμε φυλάξει
να έχουμε φυλαγμένο
να έχω φυλαχτεί
να είμαι φυλαγμένος, -η
να έχουμε φυλαχτεί
να είμαστε φυλαγμένοι, -ες
να έχεις φυλάξει
να έχεις φυλαγμένο
να έχετε φυλάξει
να έχετε φυλαγμένο
να έχεις φυλαχτεί
να είσαι φυλαγμένος, -η
να έχετε φυλαχτεί
να είστε φυλαγμένοι, -ες
να έχει φυλάξει
να έχει φυλαγμένο
να έχουν φυλάξει
να έχουν φυλαγμένο
να έχει φυλαχτεί
να είναι φυλαγμένος, -η, -ο
να έχουν φυλαχτεί
να είναι φυλαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφύλα, φύλαγεφυλάτε (φυλάγετε)φυλάγεστε
Aoristφύλαξεφυλάξτε (φυλάξτε)φυλάξουφυλαχτείτε
Part
izip
Presφυλώντας, φυλάγοντας
Perfέχοντας φυλάξει, έχοντας φυλαγμένοφυλαγμένος, -η, -οφυλαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristφυλάξειφυλαχτεί








Griechische Definition zu φυλάω

φυλάω [filáo] & : 1. αναλαμβάνω να επιτηρώ, να προσέχω κπ. ή κτ. για να μη (δια)φύγει ή να μην πάθει κτ. κακό: Ήταν τσομπάνος και φύλαγε πρόβατα. Ο δεσμοφύλακας φυλάει τους κρατουμένους. Ο σκύλος φυλάει το σπίτι. Tα σύνορα φυλάγονται αυστηρά. || φυλάω σκοπός / σκοπιά, εκτελώ υπηρεσία ως σκοπός. ΦΡ φυλάω Θερμοπύλες*. φυλάω τσίλιες*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φυλάω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15