φροντίζω  Verb  [frontizo, frontizw]

Ähnliche Bedeutung wie φροντίζω


Beispielsätze φροντίζω

... μπορεί να δώσει μόνον το παράγωγο κτιστήριο (όπως φροντίζω - φροντιστήριο, καθαρίζω - καθαριστήριο, σκαλίζω - σκαλιστήρι(ο)). Κατά το Μείζον Ελληνικό Λεξικό ...

... μπορεί να δώσει μόνον το παράγωγο κτιστήριο (όπως φροντίζω - φροντιστήριο, καθαρίζω - καθαριστήριο, σκαλίζω - σκαλιστήρι(ο)). Κατά το Μείζον Ελληνικό Λεξικό ...

... μπορεί να δώσει μόνον το παράγωγο κτιστήριο (όπως φροντίζω - φροντιστήριο, καθαρίζω - καθαριστήριο, σκαλίζω - σκαλιστήρι(ο)). Κατά το Μείζον Ελληνικό Λεξικό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich um jdn/etw kümmern

... Durch die Beugung oder im Zusammenspiel mit den zahlreichen Endungen ergeben sich noch weitere falsche Freunde wie etwa öl (stirb, Imperativ von ölmek sterben) ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΦΡΟΝΤΙΖΩ
I’ll handle it
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φροντίζωφροντίζουμε, φροντίζομε
φροντίζειςφροντίζετε
φροντίζειφροντίζουν(ε)
Imper
fekt
φρόντιζαφροντίζαμε
φρόντιζεςφροντίζατε
φρόντιζεφρόντιζαν, φροντίζαν(ε)
Aoristφρόντισαφροντίσαμε
φρόντισεςφροντίσατε
φρόντισεφρόντισαν, φροντίσαν(ε)
Per
fect
έχω φροντίσειέχουμε φροντίσει
έχεις φροντίσειέχετε φροντίσει
έχει φροντίσειέχουν φροντίσει
Plu
per
fect
είχα φροντίσειείχαμε φροντίσει
είχες φροντίσειείχατε φροντίσει
είχε φροντίσειείχαν φροντίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φροντίζωθα φροντίζουμε, θα φροντίζομε
θα φροντίζειςθα φροντίζετε
θα φροντίζειθα φροντίζουν(ε)
Fut
ur
θα φροντίσωθα φροντίσουμε, θα φροντίζομε
θα φροντίσειςθα φροντίσετε
θα φροντίσειθα φροντίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φροντίσειθα έχουμε φροντίσει
θα έχεις φροντίσειθα έχετε φροντίσει
θα έχει φροντίσειθα έχουν φροντίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φροντίζωνα φροντίζουμε, να φροντίζομε
να φροντίζειςνα φροντίζετε
να φροντίζεινα φροντίζουν(ε)
Aoristνα φροντίσωνα φροντίσουμε, να φροντίσομε
να φροντίσειςνα φροντίσετε
να φροντίσεινα φροντίσουν(ε)
Perfνα έχω φροντίσεινα έχουμε φροντίσει
να έχεις φροντίσεινα έχετε φροντίσει
να έχει φροντίσεινα έχουν φροντίσει
Imper
ativ
Presφρόντιζεφροντίζετε
Aoristφρόντισεφροντίστε
Part
izip
Presφροντίζοντας
Perfέχοντας φροντίσει
InfinAoristφροντίσει





Person Wortform
Präsens ich sorge
du sorgst
er, sie, es sorgt
Präteritum ich sorgte
Konjunktiv II ich sorgte
Imperativ Singular sorg!
sorge!
Plural sorgt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesorgt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:sorgen






Griechische Definition zu φροντίζω

φροντίζω [frondízo] .1α μππ. φροντισμένος : 1α. σκέφτομαι ή και ενερ γώ με βάση το ενδιαφέρον μου για κπ. ή για κτ., επιμελούμαι, μεριμνώ, νοιάζομαι: Φροντίζει για την ευτυχία της οικογένειάς του / για το μέλλον των παιδιών του. β. ασχολούμαι με κπ. ή με κτ. από αγάπη, ενδιαφέρον· περιποιούμαι, συντηρώ: Φροντίζει τα λουλούδια του / το ντύσιμό του / την υγεία του. Πήραν νοσοκόμο να φροντίζει τον άρρωστο. Οι γονείς φροντίζουν τα παιδιά τους. γ. επιμελούμαι, περιποιούμαι κτ., ενεργώ έτσι ώστε να διατηρείται σε καλή κατάσταση: Πήραν μια γυναίκα να φροντίζει το σπίτι. Προσέλαβαν έναν κηπουρό για να φροντίζει τον κήπο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φροντίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15