φρεσκάρω  Verb  [freskaro, freskarw]

Ähnliche Bedeutung wie φρεσκάρω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φρεσκάρω

... διεύθυνση, που η έντασή του συνεχώς αυξάνει, ο κοινώς λεγόμενος άνεμος που "φρεσκάρει". Σήμερα χρησιμοποιείται ευρύτερα ο όρος "ενισχυόμενος", (πληθ. ενισχυόμενοι ...

... μεταλλάσσοντας το σημασιολογικό περιεχόμενο των λέξεων με συνέπεια αφενός να «φρεσκάρεται» και αφετέρου να πλουτίζεται με διαφορετικές αποχρώσεις και νέες εκφραστικές ...

... διαλείμματα λέει ανέκδοτα και απομακρυσμένη, διαβάζει το σενάριο για να φρεσκάρει τη μνήμη της. Η Τομρίς Ιντζέρ, μετά από ένα χρόνο απουσίας από την τηλεόραση ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze auffrischen

... Ich hoffe, dass ich in dieser Woche meine sprachlichen Fähigkeiten auffrischen kann. ...

... Meine Theorie besagt, dass ein echter Sieg nur dann erfolgt, wenn der Sieger auch sich selbst besiegt, und zwar seinen Hass, seinen Egoismus, seinen Stolz auf seine „Heldentaten“. Ein Sieg erfolgt nur dann, wenn ein Sieger nicht bei jeder Gelegenheit seine Erinnerungen an die Schlachten auffrischen muss, so als daure der Krieg noch immer an. Ein wahrer Sieg erfolgt also nur dann, wenn eine Versöhnung mit dem einstigen Gegner erreicht worden ist. ...

... Nur 43 Prozent der Deutschen überprüfen nach einer Umfrage regelmäßig, ob sie ihre Impfungen auffrischen müssen. ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΦΡΕΣΚΑΡΩ
I freshen up
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φρεσκάρωφρεσκάρουμε, φρεσκάρομεφρεσκάρομαιφρεσκαριζόμαστε
φρεσκάρειςφρεσκάρετεφρεσκάρεσαιφρεσκάρεστε, φρεσκαριζόσαστε
φρεσκάρειφρεσκάρουν(ε)φρεσκάρεταιφρεσκάρονται
Imper
fekt
φρέσκαρα, φρεσκάριζαφρεσκάραμεφρεσκαριζόμουν(α)φρεσκαριζόμαστε, φρεσκαριζόμασταν
φρέσκαρες, φρεσκάριζεςφρεσκάρατεφρεσκαριζόσουν(α)φρεσκαριζόσαστε, φρεσκαριζόσασταν
φρέσκαρε, φρεσκάριζεφρέσκαραν, φρεσκάραν(ε), φρεσκάριζανφρεσκαριζόταν(ε)φρεσκάρονταν, φρεσκαριζόντανε, φρεσκαριζόντουσαν
Aoristφρέσκαρα, φρεσκάρισαφρεσκάραμεφρεσκαρίστηκαφρεσκαριστήκαμε
φρέσκαρες, φρεσκάρισεςφρεσκάρατεφρεσκαρίστηκεςφρεσκαριστήκατε
φρέσκαρε, φρεσκάρισεφρέσκαραν, φρεσκάραν(ε), φρεσκάρισανφρεσκαρίστηκεφρεσκαριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω φρεσκάρει
έχω φρεσκαρισμένο
έχουμε φρεσκάρει
έχουμε φρεσκαρισμένο
έχω φρεσκαριστεί
είμαι φρεσκαρισμένος, -η
έχουμε φρεσκαριστεί
είμαστε φρεσκαρισμένοι, -ες
έχεις φρεσκάρει
έχεις φρεσκαρισμένο
έχετε φρεσκάρει
έχετε φρεσκαρισμένο
έχεις φρεσκαριστεί
είσαι φρεσκαρισμένος, -η
έχετε φρεσκαριστεί
είστε φρεσκαρισμένοι, -ες
έχει φρεσκάρει
έχει φρεσκαρισμένο
έχουν φρεσκάρει
έχουν φρεσκαρισμένο
έχει φρεσκαριστεί
είναι φρεσκαρισμένος, -η, -ο
έχουν φρεσκαριστεί
είναι φρεσκαρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φρεσκάρει
είχα φρεσκαρισμένο
είχαμε φρεσκάρει
είχαμε φρεσκαρισμένο
είχα φρεσκαριστεί
ήμουν φρεσκαρισμένος, -η
είχαμε φρεσκαριστεί
ήμαστε φρεσκαρισμένοι, -ες
είχες φρεσκάρει
είχες φρεσκαρισμένο
είχατε φρεσκάρει
είχατε φρεσκαρισμένο
είχες φρεσκαριστεί
ήσουν φρεσκαρισμένος, -η
είχατε φρεσκαριστεί
ήσαστε φρεσκαρισμένοι, -ες
είχε φρεσκάρει
είχε φρεσκαρισμένο
είχαν φρεσκάρει
είχαν φρεσκαρισμένο
είχε φρεσκαριστεί
ήταν φρεσκαρισμένος, -η, -ο
είχαν φρεσκαριστεί
ήταν φρεσκαρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φρεσκάρωθα φρεσκάρουμε, θα φρεσκάρομεθα φρεσκάρομαιθα φρεσκαριζόμαστε
θα φρεσκάρειςθα φρεσκάρετεθα φρεσκάρεσαιθα φρεσκάρεστε, θα φρεσκαριζόσαστε
θα φρεσκάρειθα φρεσκάρουν(ε)θα φρεσκάρεταιθα φρεσκάρονται
Fut
ur
θα φρεσκάρωθα φρεσκάρουμε, θα φρεσκάρομεθα φρεσκαριστώθα φρεσκαριστούμε
θα φρεσκάρειςθα φρεσκάρετεθα φρεσκαριστείςθα φρεσκαριστείτε
θα φρεσκάρειθα φρεσκάρουν(ε)θα φρεσκαριστείθα φρεσκαριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φρεσκάρει
θα έχω φρεσκαρισμένο
θα έχουμε φρεσκάρει
θα έχουμε φρεσκαρισμένο
θα έχω φρεσκαριστεί
θα είμαι φρεσκαρισμένος, -η
θα έχουμε φρεσκαριστεί
θα είμαστε φρεσκαρισμένοι, -ες
θα έχεις φρεσκάρει
θα έχεις φρεσκαρισμένο
θα έχετε φρεσκάρει
θα έχετε φρεσκαρισμένο
θα έχεις φρεσκαριστεί
θα είσαι φρεσκαρισμένος, -η
θα έχετε φρεσκαριστεί
θα είστε φρεσκαρισμένοι, -ες
θα έχει φρεσκάρει
θα έχει φρεσκαρισμένο
θα έχουν φρεσκάρει
θα έχουν φρεσκαρισμένο
θα έχει φρεσκαριστεί
θα είναι φρεσκαρισμένος, -η, -ο
θα έχουν φρεσκαριστεί
θα είναι φρεσκαρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φρεσκάρωνα φρεσκάρουμε, να φρεσκάρομενα φρεσκάρομαινα φρεσκαριζόμαστε
να φρεσκάρειςνα φρεσκάρετενα φρεσκάρεσαινα φρεσκάρεστε, να φρεσκαριζόσαστε
να φρεσκάρεινα φρεσκάρουν(ε)να φρεσκάρεταινα φρεσκάρονται
Aoristνα φρεσκάρωνα φρεσκάρουμε, να φρεσκάρομενα φρεσκαριστώνα φρεσκαριστούμε
να φρεσκάρειςνα φρεσκάρετενα φρεσκαριστείςνα φρεσκαριστείτε
να φρεσκάρεινα φρεσκάρουν(ε)να φρεσκαριστείνα φρεσκαριστούν(ε)
Perfνα έχω φρεσκάρει
να έχω φρεσκαρισμένο
να έχουμε φρεσκάρει
να έχουμε φρεσκαρισμένο
να έχω φρεσκαριστεί
να είμαι φρεσκαρισμένος, -η
να έχουμε φρεσκαριστεί
να είμαστε φρεσκαρισμένοι, -ες
να έχεις φρεσκάρει
να έχεις φρεσκαρισμένο
να έχετε φρεσκάρει
να έχετε φρεσκαρισμένο
να έχεις φρεσκαριστεί
να είσαι φρεσκαρισμένος, -η
να έχετε φρεσκαριστεί
να είστε φρεσκαρισμένοι, -ες
να έχει φρεσκάρει
να έχει φρεσκαρισμένο
να έχουν φρεσκάρει
να έχουν φρεσκαρισμένο
να έχει φρεσκαριστεί
να είναι φρεσκαρισμένος, -η, -ο
να έχουν φρεσκαριστεί
να είναι φρεσκαρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφρεσκάρε, φρεσκάριζεφρεσκάρετεφρεσκάρεστε
Aoristφρεσκάρε, φρεσκάρισεφρεσκάρετεφρεσκαρίσουφρεσκαριστείτε
Part
izip
Presφρεσκάροντας
Perfέχοντας φρεσκάρει, έχοντας φρεσκαρισμένοφρεσκαρισμένος, -η, -οφρεσκαρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristφρεσκάρειφρεσκαριστεί




Griechische Definition zu φρεσκάρω

φρεσκάρω [freskáro] -ομαι : 1. προσδίδω σε κτ. δροσερότητα, φρεσκά δα, κάνω κτ. να φαίνεται φρέσκο, καινούριο, το ανανεώνω: φρεσκάρω τα λουλού δια / το χτένισμα. (ειδ.) φρεσκάρω τα ρούχα / το κουστούμι, τα πλένω και τα σιδε ρώνω. || (παθ.) πλένομαι, χτενίζομαι, (και ειδ. για γυναίκες) μακιγιάρομαι: Πάω να φρεσκαριστώ λίγο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φρεσκάρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15