φουντώνω  Verb  [funtono, foyntwnw]

Ähnliche Bedeutung wie φουντώνω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΦΟΥΝΤΩΝΩ
I grow tufty
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φουντώνωφουντώνουμε, φουντώνομε
φουντώνειςφουντώνετε
φουντώνειφουντώνουν(ε)
Imper
fekt
φούντωναφουντώναμε
φούντωνεςφουντώνατε
φούντωνεφούντωναν, φουντώναν(ε)
Aoristφούντωσαφουντώσαμε
φούντωσεςφουντώσατε
φούντωσεφούντωσαν, φουντώσαν(ε)
Per
fect
έχω φουντώσειέχουμε φουντώσει
έχεις φουντώσειέχετε φουντώσει
έχει φουντώσειέχουν φουντώσει
Plu
per
fect
είχα φουντώσειείχαμε φουντώσει
είχες φουντώσειείχατε φουντώσει
είχε φουντώσειείχαν φουντώσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φουντώνωθα φουντώνουμε, θα φουντώνομε
θα φουντώνειςθα φουντώνετε
θα φουντώνειθα φουντώνουν(ε)
Fut
ur
θα φουντώσωθα φουντώσουμε, θα φουντώσομε
θα φουντώσειςθα φουντώσετε
θα φουντώσειθα φουντώσουν
Fut
ur II
θα έχω φουντώσειθα έχουμε φουντώσει
θα έχεις φουντώσειθα έχετε φουντώσει
θα έχει φουντώσειθα έχουν φουντώσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φουντώνωνα φουντώνουμε, να φουντώνομε
να φουντώνειςνα φουντώνετε
να φουντώνεινα φουντώνουν(ε)
Aoristνα φουντώσωνα φουντώσουμε, να φουντώσομε
να φουντώσειςνα φουντώσετε
να φουντώσεινα φουντώσουν(ε)
Perfνα έχω φουντώσεινα έχουμε φουντώσει
να έχεις φουντώσεινα έχετε φουντώσει
να έχει φουντώσεινα έχουν φουντώσει
Imper
ativ
Presφούντωνεφουντώνετε
Aoristφούντωσεφουντώσετε, φουντώστε
Part
izip
Presφουντώνοντας
Perfέχοντας φουντώσει
InfinAoristφουντώσει








Griechische Definition zu φουντώνω

φουντώνω [fundóno] Ρ1α μππ. φουντωμένος : 1. (για φυτά και δέντρα) αποκτώ πυκνό, πλούσιο φύλλωμα, αναπτύσσομαι: Mπήκε η άνοιξη και φούντωσαν τα δέντρα. Φούντωσε ο βασιλικός στη γλάστρα. || (μππ.) πυκνόφυλλος, φουντωτός: Έκοψα ένα φουντωμένο κλωνάρι μυγδαλιάς. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φουντώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15