φαρδαίνω  Verb  [fardeno, fartheno, fardainw]

Ähnliche Bedeutung wie φαρδαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze φαρδαίνω

... επιστόμιο από διπλή γλωττίδα, εφαρμοσμένη σε έναν εβένινο σωλήνα που φαρδαίνει σε σχήμα καμπάνας και που επάνω του εφαρμόζεται ένα σύστημα μεταλλικών ...

... Αργεντινή. Στο εσωτερικό του άκρο έχει πλάτος περίπου 2 χιλιόμετρα και φαρδαίνει περίπου στα 220 κοντά στην είσοδο του κόλπου. Για όσους θεωρούν ότι ο ...

... αντιβραχίου, το πιο έξω. Στο άνω άκρο της, η κερκίδα είναι στενή και φαρδαίνει όσο πλησιάζει στο καρπό. Το άνω άκρο της αποτελείται από την κεφαλή, τον ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze weiten

... Sie trug einen langen, weiten Mantel. ...

... Seine Forschung umfasst einen weiten Bereich. ...

... Das Gesetz ist ein Netz mit Maschen, engen und weiten; durch die weiten schlüpfen die Gescheiten, in den engen bleiben die Dummen hängen. ...

Quelle: MUIRIEL, xtofu80, Manfredo

Grammatik


ΦΑΡΔΑΙΝΩ
I widen
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φαρδαίνωφαρδαίνουμε, φαρδαίνομε
φαρδαίνειςφαρδαίνετε
φαρδαίνειφαρδαίνουν(ε)
Imper
fekt
φάρδαιναφαρδαίναμε
φάρδαινεςφαρδαίνατε
φάρδαινεφάρδαιναν, φαρδαίναν(ε)
Aoristφάρδυναφαρδύναμε
φάρδυνεςφαρδύνατε
φάρδυνεφάρδυναν, φαρδύναν(ε)
Per
fect
έχω φαρδύνειέχουμε φαρδύνει
έχεις φαρδύνειέχετε φαρδύνει
έχει φαρδύνειέχουν φαρδύνει
Plu
per
fect
είχα φαρδύνειείχαμε φαρδύνει
είχες φαρδύνειείχατε φαρδύνει
είχε φαρδύνειείχαν φαρδύνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φαρδαίνωθα φαρδαίνουμε, θα φαρδαίνομε
θα φαρδαίνειςθα φαρδαίνετε
θα φαρδαίνειθα φαρδαίνουν(ε)
Fut
ur
θα φαρδύνωθα φαρδύνουμε, θα φαρδύνομε
θα φαρδύνειςθα φαρδύνετε
θα φαρδύνειθα φαρδύνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φαρδύνειθα έχουμε φαρδύνει
θα έχεις φαρδύνειθα έχετε φαρδύνει
θα έχει φαρδύνειθα έχουν φαρδύνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φαρδαίνωνα φαρδαίνουμε, να φαρδαίνομε
να φαρδαίνειςνα φαρδαίνετε
να φαρδαίνεινα φαρδαίνουν(ε)
Aoristνα φαρδύνωνα φαρδύνουμε, να φαρδύνομε
να φαρδύνειςνα φαρδύνετε
να φαρδύνεινα φαρδύνουν(ε)
Perfνα έχω φαρδύνεινα έχουμε φαρδύνει
να έχεις φαρδύνεινα έχετε φαρδύνει
να έχει φαρδύνεινα έχουν φαρδύνει
Imper
ativ
Presφάρδαινεφαρδαίνετε
Aoristφάρδυνεφαρδύνετε
Part
izip
Presφαρδαίνοντας
Perfέχοντας φαρδύνει
InfinAoristφαρδύνει








Griechische Definition zu φαρδαίνω

φαρδαίνω [farδéno] .4α : ANT στενεύω (κυρ. για ρούχα) α. κάνω κτ. πιο μεγάλο στο πλάτος, το ευρύνω: Πήγα το φόρεμα στη μοδίστρα να μου φαρδύνει τη μέση / τα μανίκια. β. γίνομαι πλατύς, αποκτώ μεγαλύτερο πλάτος: Ξαφνικά ο δρόμος άρχισε να φαρδαίνει. Aδυνάτισα και μου φάρδυνε το παντελόνι.

[μσν. φαρδαίνω < φαρδ(ύς) -αίνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φαρδαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15