τιμώ  Verb  [timo, timw]

Ähnliche Bedeutung wie τιμώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τιμώ

... Υόρκης έκλεισε με μέση τιμή spot, δηλαδή τιμή μετρητοίς, χρυσού 1735,85 δολάρια/ουγγιά και αργύρου 33,695 δολάρια/ουγγιά. Ο λόγος «τιμή χρυσού:τιμή αργύρου» ...

... από το Ρώσο επιστήμονα Καρλ Κλάους (Karl Claus) και πήρε το όνομά του προς τιμή της γενέτειράς του, τη Ρουθηνία (Ruthenia), τη μεσαιωνική λατινική λέξη για ...

... πρόσθεσε επίσης: «Θα συνεχίσω να την τιμώ και αν και δεν μπορώ να είμαι ένας στοργικός σύζυγος, τουλάχιστον θα έχει σε μένα έναν φίλο που εκτιμά τις καλές της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ehren

... In den Wissenschaften ist viel Gewisses, sobald man sich von den Ausnahmen nicht irre machen lässt und die Probleme zu ehren weiß. ...

... Ein Kind jeglichen Alters sollte seine Eltern stets ehren und achten. ...

... Individualität ist überall zu schonen und zu ehren als Wurzel jedes Guten. ...

Quelle: Esperantostern, Pfirsichbaeumchen, Esperantostern

Grammatik


ΤΙΜΩ
I honor
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τιμάω, τιμώτιμάμε, τιμούμετιμώμαιτιμόμαστε, τιμώμεθα
τιμάςτιμάτετιμάσαιτιμάστε, τιμάσθε
τιμάει, τιμάτιμάν(ε), τιμούν(ε)τιμάταιτιμώνται
Imper
fekt
τιμούσατιμούσαμε
τιμούσεςτιμούσατε
τιμούσετιμούσαν(ε)
Aoristτίμησατιμήσαμετιμήθηκατιμηθήκαμε
τίμησεςτιμήσατετιμήθηκεςτιμηθήκατε
τίμησετίμησαν, τιμήσαν(ε)τιμήθηκετιμήθηκαν, τιμηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω τιμήσει
έχω τιμημένο
έχουμε τιμήσει
έχουμε τιμημένο
έχω τιμηθείέχουμε τιμηθεί
έχεις τιμήσει
έχεις τιμημένο
έχετε τιμήσει
έχετε τιμημένο
έχεις τιμηθείέχετε τιμηθεί
έχει τιμήσει
έχει τιμημένο
έχουν τιμήσει
έχουν τιμημένο
έχει τιμηθείέχουν τιμηθεί
Plu
perf
ekt
είχα τιμήσει
είχα τιμημένο
είχαμε τιμήσει
είχαμε τιμημένο
είχα τιμηθείείχαμε τιμηθεί
είχες τιμήσει
είχες τιμημένο
είχατε τιμήσει
είχατε τιμημένο
είχες τιμηθείείχατε τιμηθεί
είχε τιμήσει
είχε τιμημένο
είχαν τιμήσει
είχαν τιμημένο
είχε τιμηθείείχαν τιμηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τιμάω, θα τιμώθα τιμάμε, θα τιμούμεθα τιμώμαιθα τιμόμαστε, θα τιμώμεθα
θα τιμάςθα τιμάτεθα τιμάσαιθα τιμάστε, θα τιμάσθε
θα τιμάει, θα τιμάθα τιμάν(ε), θα τιμούν(ε)θα τιμάταιθα τιμώνται
Fut
ur
θα τιμήσωθα τιμήσουμε, θα τιμήσομεθα τιμηθώθα τιμηθούμε
θα τιμήσειςθα τιμήσετεθα τιμηθείςθα τιμηθείτε
θα τιμήσειθα τιμήσουν(ε)θα τιμηθείθα τιμηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τιμήσει
θα έχω τιμημένο
θα έχουμε τιμήσει
θα έχουμε τιμημένο
θα έχω τιμηθείθα έχουμε τιμηθεί
θα έχεις τιμήσει
θα έχεις τιμημένο
θα έχετε τιμήσει
θα έχετε τιμημένο
θα έχεις τιμηθείθα έχετε τιμηθεί
θα έχει τιμήσει
θα έχει τιμημένο
θα έχουν τιμήσει
θα έχουν τιμημένο
θα έχει τιμηθείθα έχουν τιμηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τιμάω, να τιμώνα τιμάμε, να τιμούμενα τιμώμαινα τιμόμαστε, να τιμώμεθα
να τιμάςνα τιμάτενα τιμάσαινα τιμάστε, να τιμάσθε
να τιμάει, να τιμάνα τιμάν(ε), να τιμούν(ε)να τιμάταινα τιμώνται
Aoristνα τιμήσωνα τιμήσουμε, να τιμήσομενα τιμηθώνα τιμηθούμε
να τιμήσειςνα τιμήσετενα τιμηθείςνα τιμηθείτε
να τιμήσεινα τιμήσουν(ε)να τιμηθείνα τιμηθούν(ε)
Perfνα έχω τιμήσει
να έχω τιμημένο
να έχουμε τιμήσει
να έχουμε τιμημένο
να έχω τιμηθείνα έχουμε τιμηθεί
να έχεις τιμήσει
να έχεις τιμημένο
να έχετε τιμήσει
να έχετε τιμημένο
να έχεις τιμηθείνα έχετε τιμηθεί
να έχει τιμήσει
να έχει τιμημένο
να έχουν τιμήσει
να έχουν τιμημένο
να έχει τιμηθείνα έχουν τιμηθεί
Imper
ativ
Presτίματιμάτετιμάστε, τιμάσθε
Aoristτίμησε, τίματιμήστετιμήσουτιμηθείτε
Part
izip
Presτιμώντας
Perfέχοντας τιμήσειτιμημένος, -η, -οτιμημένοι, -ες, -α
InfinAoristτιμήσειτιμηθεί



Person Wortform
Präsens ich ehre
du ehrst
er, sie, es ehrt
Präteritum ich ehrte
Konjunktiv II ich ehrte
Imperativ Singular ehre!
Plural ehrt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geehrt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ehren




Griechische Definition zu τιμώ

τιμώ [timó] & -άω : 1α. εκδηλώνω σε κπ. το σεβασμό μου: Tίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου. Στις εθνικές γιορτές τιμώνται οι νεκροί των πολέμων. H τιμημένη γενιά του ΄40 και της Kατοχής. (έκφρ.) τιμώ τη φανέλα* μου. τιμημένα ράσα*. ΦΡ μιλημένα* τιμημένα. || γιορτάζω: Tιμάται η μνήμη ενός αγίου. β. απονέμω κτ. τιμητικά: Tιμήθη κε με το βραβείο Nόμπελ / με το ανώτατο ελληνικό παράσημο. Tο τιμώμε νο πρόσωπο, προς τιμή του οποίου γίνεται μια τελετή, μια εκδήλωση. γ. δίνω σε κπ. τιμή, αξία: H ειλικρίνειά του τον τιμά. Mας τίμησε με την παρουσία του. Mε τιμάς με τη φιλία σου. || κάνω χρήση κάποιου πράγματος (συνήθ. όταν μιλάει κάποιος αστειευόμενος): Tα τιμήσαμε τα φαγητά της. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τιμώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15