verehren
 Verb

λατρεύω Verb
(8)
σέβομαι Verb
(2)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.
Deutsche Synonyme
verehren
ehren
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λατρεύωλατρεύουμε, λατρεύομελατρεύομαιλατρευόμαστε
λατρεύειςλατρεύετελατρεύεσαιλατρεύεστε, λατρευόσαστε
λατρεύειλατρεύουν(ε)λατρεύεταιλατρεύονται
Imper
fekt
λάτρευαλατρεύαμελατρευόμουν(α)λατρευόμαστε, λατρευόμασταν
λάτρευεςλατρεύατελατρευόσουν(α)λατρευόσαστε, λατρευόσασταν
λάτρευελάτρευαν, λατρεύαν(ε)λατρευόταν(ε)λατρεύονταν, λατρευόντανε, λατρευόντουσαν
Aoristλάτρεψαλατρέψαμελατρεύτηκαλατρευτήκαμε
λάτρεψεςλατρέψατελατρεύτηκεςλατρευτήκατε
λάτρεψελάτρεψαν, λατρέψαν(ε)λατρεύτηκελατρεύτηκαν, λατρευτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω λατρέψει
έχω λατρεμένο
έχουμε λατρέψει
έχουμε λατρεμένο
έχω λατρευτεί
είμαι λατρεμένος, -η
έχουμε λατρευτεί
είμαστε λατρεμένοι, -ες
έχεις λατρέψει
έχεις λατρεμένο
έχετε λατρέψει
έχετε λατρεμένο
έχεις λατρευτεί
είσαι λατρεμένος, -η
έχετε λατρευτεί
είστε λατρεμένοι, -ες
έχει λατρέψει
έχει λατρεμένο
έχουν λατρέψει
έχουν λατρεμένο
έχει λατρευτεί
είναι λατρεμένος, -η, -ο
έχουν λατρευτεί
είναι λατρεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα λατρέψει
είχα λατρεμένο
είχαμε λατρέψει
είχαμε λατρεμένο
είχα λατρευτεί
ήμουν λατρεμένος, -η
είχαμε λατρευτεί
ήμαστε λατρεμένοι, -ες
είχες λατρέψει
είχες λατρεμένο
είχατε λατρέψει
είχατε λατρεμένο
είχες λατρευτεί
ήσουν λατρεμένος, -η
είχατε λατρευτεί
ήσαστε λατρεμένοι, -ες
είχε λατρέψει
είχε λατρεμένο
είχαν λατρέψει
είχαν λατρεμένο
είχε λατρευτεί
ήταν λατρεμένος, -η, -ο
είχαν λατρευτεί
ήταν λατρεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λατρεύωθα λατρεύουμε, θα λατρεύομεθα λατρεύομαιθα λατρευόμαστε
θα λατρεύειςθα λατρεύετεθα λατρεύεσαιθα λατρεύεστε, θα λατρευόσαστε
θα λατρεύειθα λατρεύουν(ε)θα λατρεύεταιθα λατρεύονται
Fut
ur
θα λατρέψωθα λατρέψουμε, θα λατρέψομεθα λατρευτώθα λατρευτούμε
θα λατρέψειςθα λατρέψετεθα λατρευτείςθα λατρευτείτε
θα λατρέψειθα λατρέψουν(ε)θα λατρευτείθα λατρευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λατρέψει
θα έχω λατρεμένο
θα έχουμε λατρέψει
θα έχουμε λατρεμένο
θα έχω λατρευτεί
θα είμαι λατρεμένος, -η
θα έχουμε λατρευτεί
θα είμαστε λατρεμένοι, -ες
θα έχεις λατρέψει
θα έχεις λατρεμένο
θα έχετε λατρέψει
θα έχετε λατρεμένο
θα έχεις λατρευτεί
θα είσαι λατρεμένος, -η
θα έχετε λατρευτεί
θα είστε λατρεμένοι, -ες
θα έχει λατρέψει
θα έχει λατρεμένο
θα έχουν λατρέψει
θα έχουν λατρεμένο
θα έχει λατρευτεί
θα είναι λατρεμένος, -η, -ο
θα έχουν λατρευτεί
θα είναι λατρεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λατρεύωνα λατρεύουμε, να λατρεύομενα λατρεύομαινα λατρευόμαστε
να λατρεύειςνα λατρεύετενα λατρεύεσαινα λατρεύεστε, να λατρευόσαστε
να λατρεύεινα λατρεύουν(ε)να λατρεύεταινα λατρεύονται
Aoristνα λατρέψωνα λατρέψουμε, να λατρέψομενα λατρευτώνα λατρευτούμε
να λατρέψειςνα λατρέψετενα λατρευτείςνα λατρευτείτε
να λατρέψεινα λατρέψουν(ε)να λατρευτείνα λατρευτούν(ε)
Perfνα έχω λατρέψει
να έχω λατρεμένο
να έχουμε λατρέψει
να έχουμε λατρεμένο
να έχω λατρευτεί
να είμαι λατρεμένος, -η
να έχουμε λατρευτεί
να είμαστε λατρεμένοι, -ες
να έχεις λατρέψει
να έχεις λατρεμένο
να έχετε λατρέψει
να έχετε λατρεμένο
να έχεις λατρευτεί
να είσαι λατρεμένος, -η
να έχετε λατρευτεί
να είστε λατρεμένοι, -ες
να έχει λατρέψει
να έχει λατρεμένο
να έχουν λατρέψει
να έχουν λατρεμένο
να έχει λατρευτεί
να είναι λατρεμένος, -η, -ο
να έχουν λατρευτεί
να είναι λατρεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλάτρευελατρεύετελατρεύεστε
Aoristλάτρεψελατρέψτε, λατρεύτελατρέψουλατρευτείτε
Part
izip
Presλατρεύοντας
Perfέχοντας λατρέψει, έχοντας λατρεμένολατρεμένος, -η, -ολατρεμένοι, -ες, -α
InfinAoristλατρέψειλατρευτεί



Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σέβομαισεβόμαστε
σέβεσαισέβεστε, σεβόσαστε
σέβεταισέβονται
Imper
fekt
σεβόμουν(α)σεβόμαστε, σεβόμασταν
σεβόσουν(α)σεβόσαστε, σεβόσασταν
σεβόταν(ε)σέβονταν, σεβόντανε, σεβόντουσαν
Aoristσεβάστηκασεβαστήκαμε
σεβάστηκεςσεβαστήκατε
σεβάστηκεσεβάστηκαν, σεβαστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω σεβαστείέχουμε σεβαστεί
έχεις σεβαστείέχετε σεβαστεί
έχει σεβαστείέχουν σεβαστεί
Plu
per
fekt
είχα σεβαστείείχαμε σεβαστεί
είχες σεβαστείείχατε σεβαστεί
είχε σεβαστείείχαν σεβαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σέβομαιθα σεβόμαστε
θα σέβεσαιθα σέβεστε, θα σεβόσαστε
θα σέβεταιθα σέβονται
Fut
ur
θα σεβαστώθα σεβαστούμε
θα σεβαστείςθα σεβαστείτε
θα σεβαστείθα σεβαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σεβαστείθα έχουμε σεβαστεί
θα έχεις σεβαστείθα έχετε σεβάστει
θα έχει σεβαστείθα έχουν σεβαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σέβομαινα σεβόμαστε
να σέβεσαινα σέβεστε, να σεβόσαστε
να σέβεταινα σέβονται
Aoristνα σεβαστώνα σεβαστούμε
να σεβαστείςνα σεβαστείτε
να σεβαστείνα σεβαστούν(ε)
Perfνα έχω σεβαστείνα έχουμε σεβαστεί
να έχεις σεβαστείνα έχετε σεβαστεί
να έχει σεβαστείνα έχουν σεβαστεί
Imper
ativ
Presσέβεστε
Aoristσεβασττούσεβαστείτε
Part
izip
Presσεβόμενος
Perf
InfinAoristσεβαστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback