σέβομαι  Verb  [sevome, sebomai]

Ähnliche Bedeutung wie σέβομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σέβομαι

... Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών πιο γνωστός ως ΣΕΒ (τέως Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών) είναι ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο, με έδρα την Αθήνα ...

... H Χάποελ Μπερ Σεβά (αγγλικά: Hapoel Beer-Sheva, εβραϊκά: הפועל באר-שבע) είναι αθλητικό σωματείο που εδρεύει στην πόλη Μπερ Σεβά του νοτίου Ισραήλ. Το ...

... Η Μπερ Σεβά είναι πόλη στο νότιο μέρος του Ισραήλ και με 194.000 κατοικους, η εβδομη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Είναι γνωστή για το τμήμα ποδοσφαίρου της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze respektieren

... Sie respektieren ihn. ...

... Meine Eltern sagten mir, dass wir die Alten respektieren sollen. ...

... Ich denke, es gibt einen Wesenszug, einen Grundsatz im Dialog, und der besagt: Um zu respektieren und respektiert zu werden, müssen wir Sorge tragen, dass wir uns nicht zu einer Disqualifikation hinreißen zu lassen. Man kann sich in seinen Anschauungen radikal unterscheiden und man kann Verhaltensweisen anklagen, ohne sich dabei zu einer Disqualifikation hinreißen zu lassen. ...

Quelle: MUIRIEL, Kuyo, al_ex_an_der

Grammatik


ΣΕΒΟΜΑΙ
I respect
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σέβομαισεβόμαστε
σέβεσαισέβεστε, σεβόσαστε
σέβεταισέβονται
Imper
fekt
σεβόμουν(α)σεβόμαστε, σεβόμασταν
σεβόσουν(α)σεβόσαστε, σεβόσασταν
σεβόταν(ε)σέβονταν, σεβόντανε, σεβόντουσαν
Aoristσεβάστηκασεβαστήκαμε
σεβάστηκεςσεβαστήκατε
σεβάστηκεσεβάστηκαν, σεβαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σεβαστείέχουμε σεβαστεί
έχεις σεβαστείέχετε σεβαστεί
έχει σεβαστείέχουν σεβαστεί
Plu
per
fect
είχα σεβαστείείχαμε σεβαστεί
είχες σεβαστείείχατε σεβαστεί
είχε σεβαστείείχαν σεβαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σέβομαιθα σεβόμαστε
θα σέβεσαιθα σέβεστε, θα σεβόσαστε
θα σέβεταιθα σέβονται
Fut
ur
θα σεβαστώθα σεβαστούμε
θα σεβαστείςθα σεβαστείτε
θα σεβαστείθα σεβαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σεβαστείθα έχουμε σεβαστεί
θα έχεις σεβαστείθα έχετε σεβάστει
θα έχει σεβαστείθα έχουν σεβαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σέβομαινα σεβόμαστε
να σέβεσαινα σέβεστε, να σεβόσαστε
να σέβεταινα σέβονται
Aoristνα σεβαστώνα σεβαστούμε
να σεβαστείςνα σεβαστείτε
να σεβαστείνα σεβαστούν(ε)
Perfνα έχω σεβαστείνα έχουμε σεβαστεί
να έχεις σεβαστείνα έχετε σεβαστεί
να έχει σεβαστείνα έχουν σεβαστεί
Imper
ativ
Presσέβεστε
Aoristσεβασττούσεβαστείτε
Part
izip
Presσεβόμενος
Perf
InfinAoristσεβαστεί








Griechische Definition zu σέβομαι

σέβομαι [sévome] Ρ αόρ. σεβάστηκα, απαρέμφ. σεβαστεί : 1. αισθάνομαι σεβασμό για κπ., με συνέπεια να κρατώ απέναντί του τη στάση και την απόσταση που αρμόζει στην προσωπικότητα, στην ηλικία, στην κοινωνική του θέση κτλ.: σέβομαι τους γονείς / τους μεγαλυτέρους. Tον σέβονται όλοι στο χωριό. || σέβομαι τον εαυτό μου, με τη συμπεριφορά μου δεν επιτρέπω στους άλλους να με θίξουν, να με μειώσουν· προστατεύω τον εαυτό μου από εξευτελισμούς και ταπεινώσεις: Για να σε σέβονται οι άλλοι, πρέπει πρώτα εσύ να σέβεσαι τον εαυτό σου. Ένας υπάλληλος / ένας μαθητής / ένας επαγγελματίας που σέβεται τον εαυτό του προσπαθεί να είναι συνεπής με τις υποχρεώσεις του. || (Δεν) τη σεβάστηκε, για άνδρα ο οποίος (δεν) εκμεταλλεύτηκε τη θέση του για να προχωρήσει σε σεξουαλικές σχέσεις μαζί της. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σέβομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15