λατρεύω Verb  [latrevo, latreyw]

  Verb
(8)
  Verb
(4)
vergöttern (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu λατρεύω

λατρεύω altgriechisch λατρεύω λάτρις λάτρον indoeuropäisch (Wurzel) *leh₁y (παρέχω, κατέχω)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.


Grammatik

Grammatik zu λατρεύω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λατρεύωλατρεύουμε, λατρεύομελατρεύομαιλατρευόμαστε
λατρεύειςλατρεύετελατρεύεσαιλατρεύεστε, λατρευόσαστε
λατρεύειλατρεύουν(ε)λατρεύεταιλατρεύονται
Imper
fekt
λάτρευαλατρεύαμελατρευόμουν(α)λατρευόμαστε, λατρευόμασταν
λάτρευεςλατρεύατελατρευόσουν(α)λατρευόσαστε, λατρευόσασταν
λάτρευελάτρευαν, λατρεύαν(ε)λατρευόταν(ε)λατρεύονταν, λατρευόντανε, λατρευόντουσαν
Aoristλάτρεψαλατρέψαμελατρεύτηκαλατρευτήκαμε
λάτρεψεςλατρέψατελατρεύτηκεςλατρευτήκατε
λάτρεψελάτρεψαν, λατρέψαν(ε)λατρεύτηκελατρεύτηκαν, λατρευτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω λατρέψει
έχω λατρεμένο
έχουμε λατρέψει
έχουμε λατρεμένο
έχω λατρευτεί
είμαι λατρεμένος, -η
έχουμε λατρευτεί
είμαστε λατρεμένοι, -ες
έχεις λατρέψει
έχεις λατρεμένο
έχετε λατρέψει
έχετε λατρεμένο
έχεις λατρευτεί
είσαι λατρεμένος, -η
έχετε λατρευτεί
είστε λατρεμένοι, -ες
έχει λατρέψει
έχει λατρεμένο
έχουν λατρέψει
έχουν λατρεμένο
έχει λατρευτεί
είναι λατρεμένος, -η, -ο
έχουν λατρευτεί
είναι λατρεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα λατρέψει
είχα λατρεμένο
είχαμε λατρέψει
είχαμε λατρεμένο
είχα λατρευτεί
ήμουν λατρεμένος, -η
είχαμε λατρευτεί
ήμαστε λατρεμένοι, -ες
είχες λατρέψει
είχες λατρεμένο
είχατε λατρέψει
είχατε λατρεμένο
είχες λατρευτεί
ήσουν λατρεμένος, -η
είχατε λατρευτεί
ήσαστε λατρεμένοι, -ες
είχε λατρέψει
είχε λατρεμένο
είχαν λατρέψει
είχαν λατρεμένο
είχε λατρευτεί
ήταν λατρεμένος, -η, -ο
είχαν λατρευτεί
ήταν λατρεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λατρεύωθα λατρεύουμε, θα λατρεύομεθα λατρεύομαιθα λατρευόμαστε
θα λατρεύειςθα λατρεύετεθα λατρεύεσαιθα λατρεύεστε, θα λατρευόσαστε
θα λατρεύειθα λατρεύουν(ε)θα λατρεύεταιθα λατρεύονται
Fut
ur
θα λατρέψωθα λατρέψουμε, θα λατρέψομεθα λατρευτώθα λατρευτούμε
θα λατρέψειςθα λατρέψετεθα λατρευτείςθα λατρευτείτε
θα λατρέψειθα λατρέψουν(ε)θα λατρευτείθα λατρευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λατρέψει
θα έχω λατρεμένο
θα έχουμε λατρέψει
θα έχουμε λατρεμένο
θα έχω λατρευτεί
θα είμαι λατρεμένος, -η
θα έχουμε λατρευτεί
θα είμαστε λατρεμένοι, -ες
θα έχεις λατρέψει
θα έχεις λατρεμένο
θα έχετε λατρέψει
θα έχετε λατρεμένο
θα έχεις λατρευτεί
θα είσαι λατρεμένος, -η
θα έχετε λατρευτεί
θα είστε λατρεμένοι, -ες
θα έχει λατρέψει
θα έχει λατρεμένο
θα έχουν λατρέψει
θα έχουν λατρεμένο
θα έχει λατρευτεί
θα είναι λατρεμένος, -η, -ο
θα έχουν λατρευτεί
θα είναι λατρεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λατρεύωνα λατρεύουμε, να λατρεύομενα λατρεύομαινα λατρευόμαστε
να λατρεύειςνα λατρεύετενα λατρεύεσαινα λατρεύεστε, να λατρευόσαστε
να λατρεύεινα λατρεύουν(ε)να λατρεύεταινα λατρεύονται
Aoristνα λατρέψωνα λατρέψουμε, να λατρέψομενα λατρευτώνα λατρευτούμε
να λατρέψειςνα λατρέψετενα λατρευτείςνα λατρευτείτε
να λατρέψεινα λατρέψουν(ε)να λατρευτείνα λατρευτούν(ε)
Perfνα έχω λατρέψει
να έχω λατρεμένο
να έχουμε λατρέψει
να έχουμε λατρεμένο
να έχω λατρευτεί
να είμαι λατρεμένος, -η
να έχουμε λατρευτεί
να είμαστε λατρεμένοι, -ες
να έχεις λατρέψει
να έχεις λατρεμένο
να έχετε λατρέψει
να έχετε λατρεμένο
να έχεις λατρευτεί
να είσαι λατρεμένος, -η
να έχετε λατρευτεί
να είστε λατρεμένοι, -ες
να έχει λατρέψει
να έχει λατρεμένο
να έχουν λατρέψει
να έχουν λατρεμένο
να έχει λατρευτεί
να είναι λατρεμένος, -η, -ο
να έχουν λατρευτεί
να είναι λατρεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλάτρευελατρεύετελατρεύεστε
Aoristλάτρεψελατρέψτε, λατρεύτελατρέψουλατρευτείτε
Part
izip
Presλατρεύοντας
Perfέχοντας λατρέψει, έχοντας λατρεμένολατρεμένος, -η, -ολατρεμένοι, -ες, -α
InfinAoristλατρέψειλατρευτεί









Griechische Definition zu λατρεύω

λατρεύω [latrévo] -ομαι : 1. αγαπώ, σέβομαι, τιμώ το Θεό: Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν τους θεούς του Ολύμπου. || Λαοί που λατρεύουν τους νεκρούς / τους προγόνους τους. ΦΡ τι θεό* λατρεύει; [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback