λατρεύω  Verb  [latrevo, latreyw]

Ähnliche Bedeutung wie λατρεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze λατρεύω

... Σε λατρεύω μωρό μου. ...

... Σε λατρεύω αγάπη μου. ...

... Το λατρεύω το κινέζικο φαγητό. ...

Quelle: enteka, enteka, enteka


Beispielsätze vergöttern

... verdeutlichen und unterstreichen. Deutsche Beispiele: "Ich achte, liebe, vergöttere dich.", "Sie ist ein ansehnliches, schönes, nein anbetungswürdiges Mädchen ...

... Filmreporter.de Während Winfrey, Kidman und sämtliche US-Zeitungen "The Secret" vergöttern, schreien Ärzte und Fachleute auf. Auslöser für die teils heftige Kritik ...

... des Vatikans. Wie man trotz allem an die Kirche glauben und den Papst vergöttern kann. Ein österliches Kinowunder. In: zeit.de. DIE ZEIT, 20. April 2011 ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΛΑΤΡΕΥΩ
I adore
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λατρεύωλατρεύουμε, λατρεύομελατρεύομαιλατρευόμαστε
λατρεύειςλατρεύετελατρεύεσαιλατρεύεστε, λατρευόσαστε
λατρεύειλατρεύουν(ε)λατρεύεταιλατρεύονται
Imper
fekt
λάτρευαλατρεύαμελατρευόμουν(α)λατρευόμαστε, λατρευόμασταν
λάτρευεςλατρεύατελατρευόσουν(α)λατρευόσαστε, λατρευόσασταν
λάτρευελάτρευαν, λατρεύαν(ε)λατρευόταν(ε)λατρεύονταν, λατρευόντανε, λατρευόντουσαν
Aoristλάτρεψαλατρέψαμελατρεύτηκαλατρευτήκαμε
λάτρεψεςλατρέψατελατρεύτηκεςλατρευτήκατε
λάτρεψελάτρεψαν, λατρέψαν(ε)λατρεύτηκελατρεύτηκαν, λατρευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω λατρέψει
έχω λατρεμένο
έχουμε λατρέψει
έχουμε λατρεμένο
έχω λατρευτεί
είμαι λατρεμένος, -η
έχουμε λατρευτεί
είμαστε λατρεμένοι, -ες
έχεις λατρέψει
έχεις λατρεμένο
έχετε λατρέψει
έχετε λατρεμένο
έχεις λατρευτεί
είσαι λατρεμένος, -η
έχετε λατρευτεί
είστε λατρεμένοι, -ες
έχει λατρέψει
έχει λατρεμένο
έχουν λατρέψει
έχουν λατρεμένο
έχει λατρευτεί
είναι λατρεμένος, -η, -ο
έχουν λατρευτεί
είναι λατρεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα λατρέψει
είχα λατρεμένο
είχαμε λατρέψει
είχαμε λατρεμένο
είχα λατρευτεί
ήμουν λατρεμένος, -η
είχαμε λατρευτεί
ήμαστε λατρεμένοι, -ες
είχες λατρέψει
είχες λατρεμένο
είχατε λατρέψει
είχατε λατρεμένο
είχες λατρευτεί
ήσουν λατρεμένος, -η
είχατε λατρευτεί
ήσαστε λατρεμένοι, -ες
είχε λατρέψει
είχε λατρεμένο
είχαν λατρέψει
είχαν λατρεμένο
είχε λατρευτεί
ήταν λατρεμένος, -η, -ο
είχαν λατρευτεί
ήταν λατρεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λατρεύωθα λατρεύουμε, θα λατρεύομεθα λατρεύομαιθα λατρευόμαστε
θα λατρεύειςθα λατρεύετεθα λατρεύεσαιθα λατρεύεστε, θα λατρευόσαστε
θα λατρεύειθα λατρεύουν(ε)θα λατρεύεταιθα λατρεύονται
Fut
ur
θα λατρέψωθα λατρέψουμε, θα λατρέψομεθα λατρευτώθα λατρευτούμε
θα λατρέψειςθα λατρέψετεθα λατρευτείςθα λατρευτείτε
θα λατρέψειθα λατρέψουν(ε)θα λατρευτείθα λατρευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λατρέψει
θα έχω λατρεμένο
θα έχουμε λατρέψει
θα έχουμε λατρεμένο
θα έχω λατρευτεί
θα είμαι λατρεμένος, -η
θα έχουμε λατρευτεί
θα είμαστε λατρεμένοι, -ες
θα έχεις λατρέψει
θα έχεις λατρεμένο
θα έχετε λατρέψει
θα έχετε λατρεμένο
θα έχεις λατρευτεί
θα είσαι λατρεμένος, -η
θα έχετε λατρευτεί
θα είστε λατρεμένοι, -ες
θα έχει λατρέψει
θα έχει λατρεμένο
θα έχουν λατρέψει
θα έχουν λατρεμένο
θα έχει λατρευτεί
θα είναι λατρεμένος, -η, -ο
θα έχουν λατρευτεί
θα είναι λατρεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λατρεύωνα λατρεύουμε, να λατρεύομενα λατρεύομαινα λατρευόμαστε
να λατρεύειςνα λατρεύετενα λατρεύεσαινα λατρεύεστε, να λατρευόσαστε
να λατρεύεινα λατρεύουν(ε)να λατρεύεταινα λατρεύονται
Aoristνα λατρέψωνα λατρέψουμε, να λατρέψομενα λατρευτώνα λατρευτούμε
να λατρέψειςνα λατρέψετενα λατρευτείςνα λατρευτείτε
να λατρέψεινα λατρέψουν(ε)να λατρευτείνα λατρευτούν(ε)
Perfνα έχω λατρέψει
να έχω λατρεμένο
να έχουμε λατρέψει
να έχουμε λατρεμένο
να έχω λατρευτεί
να είμαι λατρεμένος, -η
να έχουμε λατρευτεί
να είμαστε λατρεμένοι, -ες
να έχεις λατρέψει
να έχεις λατρεμένο
να έχετε λατρέψει
να έχετε λατρεμένο
να έχεις λατρευτεί
να είσαι λατρεμένος, -η
να έχετε λατρευτεί
να είστε λατρεμένοι, -ες
να έχει λατρέψει
να έχει λατρεμένο
να έχουν λατρέψει
να έχουν λατρεμένο
να έχει λατρευτεί
να είναι λατρεμένος, -η, -ο
να έχουν λατρευτεί
να είναι λατρεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλάτρευελατρεύετελατρεύεστε
Aoristλάτρεψελατρέψτε, λατρεύτελατρέψουλατρευτείτε
Part
izip
Presλατρεύοντας
Perfέχοντας λατρέψει, έχοντας λατρεμένολατρεμένος, -η, -ολατρεμένοι, -ες, -α
InfinAoristλατρέψειλατρευτεί








Griechische Definition zu λατρεύω

λατρεύω [latrévo] -ομαι : 1. αγαπώ, σέβομαι, τιμώ το Θεό: Οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν τους θεούς του Ολύμπου. || Λαοί που λατρεύουν τους νεκρούς / τους προγόνους τους. ΦΡ τι θεό* λατρεύει; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λατρεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15