σχολιάζω  Verb  [scholiazo, sxoliazw]

Ähnliche Bedeutung wie σχολιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σχολιάζω

... ιδιοκτήτης εστιατορίου. Αυτή την περίοδο έχει συμβόλαιο με το WWE, ενώ σχολιάζει αγώνες του τηλεοπτικού προγράμματος WWE NXT. Επίσης, είναι σύμβουλος στην ...

... Αυτή την περίοδο έχει συμβόλαιο με την εταιρεία πάλης WWE, στην οποία σχολιάζει τους αγώνες του τηλεοπτικού προγράμματος Raw. Ο Λόουλερ, ξεκίνησε την ...

... ο Τζεμ ερωτεύονται... Ο Γιώργος Μπαστουνάς σχολιάζει τον τρίτο κύκλο της σειράς στο Tvnea.com σχολιάζει για τον 3ο κύκλο της σειράς: "Αλλαγές παρουσιάζονται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kommentieren

... Ist es nötig, dass wir es kommentieren müssen? ...

... haben sie ihm noch nicht gesagt, dass er schwarz ist.“ Iwobi hierzu: „Ein verwöhnter Junge, wohl ein guter Fußballspieler, den Rest will ich nicht kommentieren ...

... „‚Kampf‘ gegen ‚die Herrschenden‘ und ‚die Medien‘“ auf, anstatt zum Nachdenken. In Form eines Watchblogs kommentieren die Autoren Politik und Gesellschaft ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΧΟΛΙΑΖΩ
I comment
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σχολιάζωσχολιάζουμε, σχολιάζομεσχολιάζομαισχολιαζόμαστε
σχολιάζειςσχολιάζετεσχολιάζεσαισχολιάζεστε, σχολιαζόσαστε
σχολιάζεισχολιάζουν(ε)σχολιάζεταισχολιάζονται
Imper
fekt
σχολίαζασχολιάζαμεσχολιαζόμουν(α)σχολιαζόμαστε, σχολιαζόμασταν
σχολίαζεςσχολιάζατεσχολιαζόσουν(α)σχολιαζόσαστε, σχολιαζόσασταν
σχολίαζεσχολίαζαν, σχολιάζαν(ε)σχολιαζόταν(ε)σχολιάζονταν, σχολιαζόντανε, σχολιαζόντουσαν
Aoristσχολίασασχολιάσαμεσχολιάστηκασχολιαστήκαμε
σχολίασεςσχολιάσατεσχολιάστηκεςσχολιαστήκατε
σχολίασεσχολίασαν, σχολιάσαν(ε)σχολιάστηκεσχολιάστηκαν, σχολιαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σχολιάσει
έχω σχολιασμένο
έχουμε σχολιάσει
έχουμε σχολιασμένο
έχω σχολιαστεί
είμαι σχολιασμένος, -η
έχουμε σχολιαστεί
είμαστε σχολιασμένοι, -ες
έχεις σχολιάσει
έχεις σχολιασμένο
έχετε σχολιάσει
έχετε σχολιασμένο
έχεις σχολιαστεί
είσαι σχολιασμένος, -η
έχετε σχολιαστεί
είστε σχολιασμένοι, -ες
έχει σχολιάσει
έχει σχολιασμένο
έχουν σχολιάσει
έχουν σχολιασμένο
έχει σχολιαστεί
είναι σχολιασμένος, -η, -ο
έχουν σχολιαστεί
είναι σχολιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σχολιάσει
είχα σχολιασμένο
είχαμε σχολιάσει
είχαμε παρουσισμένο
είχα σχολιαστεί
ήμουν σχολιασμένος, -η
είχαμε σχολιαστεί
ήμαστε σχολιασμένοι, -ες
είχες σχολιάσει
είχες σχολιασμένο
είχατε σχολιάσει
είχατε σχολιασμένο
είχες σχολιαστεί
ήσουν σχολιασμένος, -η
είχατε σχολιαστεί
ήσαστε σχολιασμένοι, -ες
είχε σχολιάσει
είχε σχολιασμένο
είχαν σχολιάσει
είχαν σχολιασμένο
είχε σχολιαστεί
ήταν σχολιασμένος, -η, -ο
είχαν σχολιαστεί
ήταν σχολιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σχολιάζωθα σχολιάζουμε, θα σχολιάζομεθα σχολιάζομαιθα σχολιαζόμαστε
θα σχολιάζειςθα σχολιάζετεθα σχολιάζεσαιθα σχολιάζεστε, θα σχολιαζόσαστε
θα σχολιάζειθα σχολιάζουν(ε)θα σχολιάζεταιθα σχολιάζονται
Fut
ur
θα σχολιάσωθα σχολιάσουμε, θα σχολιάζομεθα σχολιαστώθα σχολιαστούμε
θα σχολιάσειςθα σχολιάσετεθα σχολιαστείςθα σχολιαστείτε
θα σχολιάσειθα σχολιάσουν(ε)θα σχολιαστείθα σχολιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σχολιάσει
θα έχω σχολιασμένο
θα έχουμε σχολιάσει
θα έχουμε σχολιασμένο
θα έχω σχολιαστεί
θα είμαι σχολιασμένος, -η
θα έχουμε σχολιαστεί
θα είμαστε σχολιασμένοι, -ες
θα έχεις σχολιάσει
θα έχεις σχολιασμένο
θα έχετε σχολιάσει
θα έχετε σχολιασμένο
θα έχεις σχολιαστεί
θα είσαι σχολιασμένος, -η
θα έχετε σχολιαστεί
θα είστε σχολιασμένοι, -ες
θα έχει σχολιάσει
θα έχει σχολιασμένο
θα έχουν σχολιάσει
θα έχουν σχολιασμένο
θα έχει σχολιαστεί
θα είναι σχολιασμένος, -η, -ο
θα έχουν σχολιαστεί
θα είναι σχολιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σχολιάζωνα σχολιάζουμε, να σχολιάζομενα σχολιάζομαινα σχολιαζόμαστε
να σχολιάζειςνα σχολιάζετενα σχολιάζεσαινα σχολιάζεστε, να σχολιαζόσαστε
να σχολιάζεινα σχολιάζουν(ε)να σχολιάζεταινα σχολιάζονται
Aoristνα σχολιάσωνα σχολιάσουμε, να σχολιάσομενα σχολιαστώνα σχολιαστούμε
να σχολιάσειςνα σχολιάσετενα σχολιαστείςνα σχολιαστείτε
να σχολιάσεινα σχολιάσουν(ε)να σχολιαστείνα σχολιαστούν(ε)
Perfνα έχω σχολιάσει
να έχω σχολιασμένο
να έχουμε σχολιάσει
να έχουμε σχολιασμένο
να έχω σχολιαστεί
να είμαι σχολιασμένος, -η
να έχουμε σχολιαστεί
να είμαστε σχολιασμένοι, -ες
να έχεις σχολιάσει
να έχεις σχολιασμένο
να έχετε σχολιάσει
να έχετε σχολιασμένο
να έχεις σχολιαστεί
να είσαι σχολιασμένος, -η
να έχετε σχολιαστεί
να είστε σχολιασμένοι, -ες
να έχει σχολιάσει
να έχει σχολιασμένο
να έχουν σχολιάσει
να έχουν σχολιασμένο
να έχει σχολιαστεί
να είναι σχολιασμένος, -η, -ο
να έχουν σχολιαστεί
να είναι σχολιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσχολίαζεσχολιάζετεσχολιάζεστε
Aoristσχολίασεσχολιάστεσχολιάσουσχολιαστείτε
Part
izip
Presσχολιάζονταςσχολιαζόμενος
Perfέχοντας σχολιάσει, έχοντας σχολιασμένοσχολιασμένος, -η, -οσχολιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristσχολιάσεισχολιαστεί






Griechische Definition zu σχολιάζω

σχολιάζω [sxodivázo] -ομαι : 1α.επεξηγώ, διευκρινίζω, αναλύω με προσωπικές κρίσεις και γνώμες ένα γεγονός, μια κατάσταση ή μια άπο ψη: H ενέργειά του σχολιάστηκε ευμενώς / δυσμενώς. Οι πολίτες σχολιά ζουν τις πολιτικές εξελίξεις. Πώς σχολιάζεις τις δηλώσεις του υπουργού; || (ειδικότ.) για δημοσιογράφο που κάνει πολιτική ανάλυση των ειδήσεων. β. συζητώ επικριτικά τις ενέργειες ή τη συμπεριφορά ενός προσώπου: Tον σχολιάζει ο κόσμος, γιατί εγκατέλειψε την οικογένειά του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σχολιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15