συστήνω  Verb  [sistino, systhnw]

Ähnliche Bedeutung wie συστήνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συστήνω

... και η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, συγχωνεύονται και συστήνουν το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης. ΦΕΚ ...

... Υγείας" των Η.Π.Α. και είναι υπεύθυνο, για την έρευνα και την ανάπτυξη ενώ συστήνει, χωρίς να νομοθετεί, πρότυπα υγείας και ασφάλειας. Στην τοξικολογία,η ...

... αποκαλύπτεται από σχετική επιστολή του ζωγράφου Τζούλιο Κλόβιο, μέσα από την οποία συστήνει τον Θεοτoκόπουλο στον προστάτη του, καρδινάλιο Αλεσάντρο Φαρνέζε, περιγράφοντάς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vorstellen

... Fantasie ist etwas, das sich die meisten Leute gar nicht vorstellen können. ...

... Du hättest dich dem Mädchen vorstellen sollen. ...

... Alles, was man sich vorstellen kann, ist real. Aber die einzig wahre Frage ist: Was ist wirklich real? ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, ELPHONY

Grammatik



ΣΥΣΤΗΝΩ
I introduce
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συστήνω, sunisto61">συνιστώσυστήνουμε, συστήνομεσυστήνομαισυστηνόμαστε
συστήνειςσυστήνετεσυστήνεσαισυστήνεστε, συστηνόσαστε
συστήνεισυστήνουν(ε)συστήνεταισυστήνονται
Imper
fekt
σύστηνασυστήναμεσυστηνόμουν(α)συστηνόμαστε, συστηνόμασταν
σύστηνεςσυστήνατεσυστηνόσουν(α)συστηνόσαστε, συστηνόσασταν
σύστηνεσύστηναν, συστήναν(ε)συστηνόταν(ε)συστήνονταν, συστηνόντανε, συστηνόντουσαν
Aoristσύστησασυστήσαμεσυστήθηκασυστηθήκαμε
σύστησεςσυστήσατεσυστήθηκεςσυστηθήκατε
σύστησεσύστησαν, συστήσαν(ε)συστήθηκεσυστήθηκαν, συστηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω συστήσει
έχω συστημένο
έχουμε συστήσει
έχουμε συστημένο
έχω συστηθεί
είμαι συστημένος, -η
έχουμε συστηθεί
είμαστε συστημένοι, -ες
έχεις συστήσει
έχεις συστημένο
έχετε συστήσει
έχετε συστημένο
έχεις συστηθεί
είσαι συστημένος, -η
έχετε συστηθεί
είστε συστημένοι, -ες
έχει συστήσει
έχει συστημένο
έχουν συστήσει
έχουν συστημένο
έχει συστηθεί
είναι συστημένος, -η, -ο
έχουν συστηθεί
είναι συστημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συστήσει
είχα συστημένο
είχαμε συστήσει
είχαμε συστημένο
είχα συστηθεί
ήμουν συστημένος, -η
είχαμε συστηθεί
ήμαστε συστημένοι, -ες
είχες συστήσει
είχες συστημένο
είχατε συστήσει
είχατε συστημένο
είχες συστηθεί
ήσουν συστημένος, -η
είχατε συστηθεί
ήσαστε συστημένοι, -ες
είχε συστήσει
είχε συστημένο
είχαν συστήσει
είχαν συστημένο
είχε συστηθεί
ήταν συστημένος, -η, -ο
είχαν συστηθεί
ήταν συστημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συστήνωθα συστήνουμε, θα συστήνομεθα συστήνομαιθα συστηνόμαστε
θα συστήνειςθα συστήνετεθα συστήνεσαιθα συστήνεστε, θα συστηνόσαστε
θα συστήνειθα συστήνουν(ε)θα συστήνεταιθα συστήνονται
Fut
ur
θα συστήσωθα συστήσουμεθα συστηθώθα συστηθούμε
θα συστήσειςθα συστήσετεθα συστηθείςθα συστηθείτε
θα συστήσειθα συστήσουνθα συστηθείθα συστηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συστήσει
θα έχω συστημένο
θα έχουμε συστήσει
θα έχουμε συστημένο
θα έχω συστηθεί
θα είμαι συστημένος, -η
θα έχουμε συστηθεί
θα είμαστε συστημένοι, -ες
θα έχεις συστήσει
θα έχεις συστημένο
θα έχετε συστήσει
θα έχετε συστημένο
θα έχεις συστηθεί
θα είσαι συστημένος, -η
θα έχετε συστηθεί
θα είστε συστημένοι, -ες
θα έχει συστήσει
θα έχει συστημένο
θα έχουν συστήσει
θα έχουν συστημένο
θα έχει συστηθεί
θα είναι συστημένος, -η, -ο
θα έχουν συστηθεί
θα είναι συστημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συστήνωνα συστήνουμενα συστήνομαινα συστηνόμαστε
να συστήνειςνα συστήνετενα συστήνεσαινα συστήνεστε, να συστηνόσαστε
να συστήνεινα συστήνουννα συστήνεταινα συστήνονται
Aoristνα συστήσωνα συστήσουμενα συστηθώνα συστηθούμε
να συστήσειςνα συστήσετενα συστηθείςνα συστηθείτε
να συστήσεινα συστήσουννα συστηθείνα συστηθούν(ε)
Perfνα έχω συστήσει
να έχω συστημένο
να έχουμε συστήσει
να έχουμε συστημένο
να έχω συστηθεί
να είμαι συστημένος, -η
να έχουμε συστηθεί
να είμαστε συστημένοι, -ες
να έχεις συστήσει
να έχεις συστημένο
να έχετε συστήσει
να έχετε συστημένο
να έχεις συστηθεί
να είσαι συστημένος, -η
να έχετε συστηθεί
να είστε συστημένοι, -ες
να έχει συστήσει
να έχει συστημένο
να έχουν συστήσει
να έχουν συστημένο
να έχει συστηθεί
να είναι συστημένος, -η, -ο
να έχουν συστηθεί
να είναι συστημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυστήνεσυστήνετεσυστήνεστε
Aoristσυστήσεσυστήστε, συστήσετεσυστήσουσυστηθείτε
Part
izip
Presσυστήνοντας
Perfέχοντας συστήσει, έχοντας συστημένοσυστημένος, -η, -οσυστημένοι, -ες, -α
InfinAoristσυστήσεισυστηθεί






Griechische Definition zu συστήνω

συστήνω 1 [sistíno] -ομαι & (σπάν.) συσταίνω [sisténo] -ομαι Ρ αόρ. σύστησα, απαρέμφ. συστήσει, παθ. αόρ. συστήθηκα, απαρέμφ. συστηθεί, μππ. συστημένος* : 1.γνωρίζω δύο ή περισσότερα άτομα μεταξύ τους αναφέροντας τα ονόματά τους, την ιδιότητά τους κτλ., παρουσιάζω τον ένα στον άλλο: Nα σου / σας συστήσω τον αδελφό μου / την κυρία (τάδε). || (πληθ.) για αλληλοπάθεια: Mε τον κύριο Iωάννου έχουμε συστηθεί παλαιότερα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συστήνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15