συναντώ  Verb  [sinanto, synantw]


Beispielsätze συναντώ

... ώστε έφυγε για την Μακεδονία, ελπίζοντας να συναντηθεί με τον Τίτο κατά την επιστροφή του. Τον συναντά τελικά μάλλον στους Φιλίππους καθώς εκείνος επέστρεφε ...

... ελάχιστες μέρες αργότερα από τη δολοφονία του αντιπάλου του. Ο Θεόδοτος τον συνάντησε στο πλοίο του και του επέδειξε το κεφάλι του εχθρού του. Εντούτοις, αντί ...

... χρησιμοποιείται για τη γλώσσα παρά μόνο κατά την ελληνιστική περίοδο. Στη Βίβλο συναντούμε συνήθως τη λέξη yĕhûdît «ιουδαϊστί». Η πρώτη γραπτή μαρτυρία της μη Βιβλικής ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze antreffen

... Siehe akutes Abdomen für Krankheiten, bei denen man einen Peritonismus antreffen kann. Roche Lexikon Medizin, 5. Aufl., Urban & Fischer 2003, Stichwort ...

... kurzen Zeitabständen mehrere erregende oder hemmende Potentiale im Neuron antreffen, so werden diese ebenfalls summiert und bei Übertreffen eines bestimmten ...

... Die Antrift, im Unterlauf Antreff genannt, ist ein 38,6 km langer, linker bzw. südwestlicher Zufluss der Schwalm in Hessen, Deutschland. Der Fluss ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΝΑΝΤΩ
I meet
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συναντάω, συναντώσυναντάμε, συναντούμεσυναντιέμαι, συναντώμαισυναντιόμαστε, συναντόμαστε, συναντώμεθα
συναντάςσυναντάτεσυναντιέσαι, συναντάσαισυναντιέστε, συναντιόσαστε, συναντάστε, συναντάσθε
συναντάει, συναντάσυναντάν(ε), συναντούν(ε)συναντιέται, συναντάταισυναντιούνται, συναντιόνται, συναντώνται
Imper
fekt
συναντούσα, συνάνταγασυναντούσαμε, συναντάγαμεσυναντιόμουν(α)συναντιόμαστε, συναντιόμασταν
συναντούσες, συνάνταγεςσυναντούσατε, συναντάγατεσυναντιόσουν(α)συναντιόσαστε, συναντιόσασταν
συναντούσε, συνάνταγεσυναντούσαν(ε), συνάνταγαν, συναντάγανεσυναντιόταν(ε)συναντιόνταν(ε), συναντιούνταν, συναντιόντουσαν
Aoristσυνάντησασυναντήσαμεσυναντήθηκασυναντηθήκαμε
συνάντησεςσυναντήσατεσυναντήθηκεςσυναντηθήκατε
συνάντησεσυνάντησαν, συναντήσαν(ε)συναντήθηκεσυναντήθηκαν, συναντηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω συναντήσειέχουμε συναντήσειέχω συναντηθείέχουμε συναντηθεί
έχεις συναντήσειέχετε συναντήσειέχεις συναντηθείέχετε συναντηθεί
έχει συναντήσειέχουν συναντήσειέχει συναντηθείέχουν συναντηθεί
Plu
perf
ekt
είχα συναντήσειείχαμε συναντήσειείχα συναντηθείείχαμε συναντηθεί
είχες συναντήσειείχατε συναντήσειείχες συναντηθείείχατε συναντηθεί
είχε συναντήσειείχαν συναντήσειείχε συναντηθείείχαν συναντηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συναντάω, θα συναντώθα συναντάμε, θα συναντούμεθα συναντιέμαι, θα συναντώμαιθα συναντιόμαστε, θα συναντόμαστε, θα συναντώμεθα
θα συναντάςθα συναντάτεθα συναντιέσαι, θα συναντάσαιθα συναντιέστε, θα συναντιόσαστε, θα συναντάστε, θα συναντάσθε
θα συναντάει, θα συναντάθα συναντάν(ε), θα συναντούν(ε)θα συναντιέται, θα συναντάταιθα συναντιούνται, θα συναντιόνται, θα συναντώνται
Fut
ur
θα συναντήσωθα συναντήσουμε, θα συναντήσομεθα συναντηθώθα συναντηθούμε
θα συναντήσειςθα συναντήσετεθα συναντηθείςθα συναντηθείτε
θα συναντήσειθα συναντήσουν(ε)θα συναντηθείθα συναντηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συναντήσειθα έχουμε συναντήσειθα έχω συναντηθείθα έχουμε συναντηθεί
θα έχεις συναντήσειθα έχετε συναντήσειθα έχεις συναντηθείθα έχετε συναντηθεί
θα έχει συναντήσειθα έχουν συναντήσειθα έχει συναντηθείθα έχουν συναντηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συναντάω, να συναντώνα συναντάμε, να συναντούμενα συναντιέμαι, να συναντώμαινα συναντιόμαστε, να συναντόμαστε, να συναντώμεθα
να συναντάςνα συναντάτενα συναντιέσαι, να συναντάσαινα συναντιέστε, να συναντιόσαστε, να συναντάστε, να συναντάσθε
να συναντάει, να συναντάνα συναντάν(ε), να συναντούν(ε)να συναντιέται, να συναντάταινα συναντιούνται, να συναντιόνται, να συναντώνται
Aoristνα συναντήσωνα συναντήσουμε, να συναντήσομενα συναντηθώνα συναντηθούμε
να συναντήσειςνα συναντήσετενα συναντηθείςνα συναντηθείτε
να συναντήσεινα συναντήσουν(ε)να συναντηθείνα συναντηθούν(ε)
Perfνα έχω συναντήσεινα έχουμε συναντήσεινα έχω συναντηθείνα έχουμε συναντηθεί
να έχεις συναντήσεινα έχετε συναντήσεινα έχεις συναντηθείνα έχετε συναντηθεί
να έχει συναντήσεινα έχουν συναντήσεινα έχει συναντηθείνα έχουν συναντηθεί
Imper
ativ
Presσυνάντα, συνάνταγεσυναντάτεσυναντιέστε, συναντάστε, συναντάσθε
Aoristσυνάντησε, συνάντασυναντήστεσυναντήσουσυναντηθείτε
Part
izip
Presσυναντώνταςσυναντώμενος
Perfέχοντας συναντήσει
InfinAoristσυναντήσεισυναντηθεί






Griechische Definition zu συναντώ

συναντώ [sinandó] & -άω, -ιέμαι : I.(για πρόσ.) 1α. ακολουθώντας μια πορεία, βρίσκομαι τυχαία κοντά σε κπ. που έρχεται από αντίθετη ή και παράλληλη κατεύθυνση: Tον συναντώ κάθε μέρα στο ασανσέρ / στη στάση του λεωφορείου. Xτες συναντηθήκαμε με το Γιάννη στο δρόμο. β. πηγαίνω και βρίσκω κπ. σε ένα προκαθορισμένο τοπικό και χρονικό σημείο: Θα συναντηθούμε αύριο στις δέκα στην είσοδο του Πανεπιστημίου. γ. έρχομαι σε προσωπική επαφή με κπ.: Σήμερα οι εκπρόσωποι των εργαζομένων συναντώνται με τον υπουργό. Mε τη Mαρία συναντιόμαστε συχνά και τα λέμε. || βλέπω κπ. και γνωρίζομαι με αυτόν: Tο Γιώργο τον συνάντησα για πρώτη φορά στο σπίτι της Mαρίας. Δεν έχω συναντήσει εντιμότερο άνθρωπο από το Γιάννη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συναντώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15