συμβουλεύω  Verb  [simvulevo, symboyleyw]

Ähnliche Bedeutung wie συμβουλεύω


Beispielsätze συμβουλεύω

... ελληνική μυθολογία ο Θρασυμήδης (< θρασύς (θαρραλέος) + μήδομαι (σκέφτομαι, συμβουλεύω[εκκρεμεί παραπομπή]), "αυτός που σκέφτεται με θάρρος") ήταν ένας από τους ...

... Διομήδης (< Ζεύς (γεν.Διός) + μήδομαι (σκέφτομαι, συμβουλεύω), "αυτός που έχει θεϊκή σκέψη, που τον συμβουλεύει ο Δίας"[εκκρεμεί παραπομπή]) ήταν ήρωας της ...

... ανάμεσά σας σάς συμβουλεύω ιδιαιτέρως και μιλώ για πολλά πράγματα, δημόσια δεν τολμώ να ανεβώ στο βήμα και μιλώντας στο πλήθος να συμβουλεύω την πόλη. Αιτία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beraten

... Gut, worüber möchten Sie beraten werden? ...

... Wer uns gut beraten kann, den frage man auch dann und wann. ...

... Ich weiß nicht, mit wem ich mich beraten soll. ...

Quelle: Dejo, Esperantostern, riotlake

Grammatik


ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΩ
I advise
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συμβουλεύωσυμβουλεύουμε, συμβουλεύομεσυμβουλεύομαισυμβουλευόμαστε
συμβουλεύειςσυμβουλεύετεσυμβουλεύεσαισυμβουλεύεστε, συμβουλευόσαστε
συμβουλεύεισυμβουλεύουν(ε)συμβουλεύεταισυμβουλεύονται
Imper
fekt
συμβούλευασυμβουλεύαμεσυμβουλευόμουν(α)συμβουλευόμαστε, συμβουλευόμασταν
συμβούλευεςσυμβουλεύατεσυμβουλευόσουν(α)συμβουλευόσαστε, συμβουλευόσασταν
συμβούλευεσυμβούλευαν, συμβουλεύαν(ε)συμβουλευόταν(ε)συμβουλεύονταν, συμβουλευόντανε, συμβουλευόντουσαν
Aoristσυμβούλεψασυμβουλέψαμεσυμβουλεύτηκασυμβουλευτήκαμε
συμβούλεψεςσυμβουλέψατεσυμβουλεύτηκεςσυμβουλευτήκατε
συμβούλεψεσυμβούλεψαν, συμβουλέψαν(ε)συμβουλεύτηκεσυμβουλεύτηκαν, συμβουλευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω συμβουλέψειέχουμε συμβουλέψειέχω συμβουλευτείέχουμε συμβουλευτεί
έχεις συμβουλέψειέχετε συμβουλέψειέχεις συμβουλευτείέχετε συμβουλευτεί
έχει συμβουλέψειέχουν συμβουλέψειέχει συμβουλευτείέχουν συμβουλευτεί
Plu
per
fect
είχα συμβουλέψειείχαμε συμβουλέψειείχα συμβουλευτείείχαμε συμβουλευτεί
είχες συμβουλέψειείχατε συμβουλέψειείχες συμβουλευτείείχατε συμβουλευτεί
είχε συμβουλέψειείχαν συμβουλέψειείχε συμβουλευτείείχαν συμβουλευτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συμβουλεύωθα συμβουλεύουμε, θα συμβουλεύομεθα συμβουλεύομαιθα συμβουλευόμαστε
θα συμβουλεύειςθα συμβουλεύετεθα συμβουλεύεσαιθα συμβουλεύεστε, θα συμβουλευόσαστε
θα συμβουλεύειθα συμβουλεύουν(ε)θα συμβουλεύεταιθα συμβουλεύονται
Fut
ur
θα συμβουλέψωθα συμβουλέψουμε, θα συμβουλέψομεθα συμβουλευτώθα συμβουλευτούμε
θα συμβουλέψειςθα συμβουλέψετεθα συμβουλευτείςθα συμβουλευτείτε
θα συμβουλέψειθα συμβουλέψουν(ε)θα συμβουλευτείθα συμβουλευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συμβουλέψειθα έχουμε συμβουλέψειθα έχω συμβουλευτείθα έχουμε συμβουλευτεί
θα έχεις συμβουλέψειθα έχετε συμβουλέψειθα έχεις συμβουλευτείθα έχετε συμβουλευτεί
θα έχει συμβουλέψειθα έχουν συμβουλέψειθα έχει συμβουλευτείθα έχουν συμβουλευτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συμβουλεύωνα συμβουλεύουμε, να συμβουλεύομενα συμβουλεύομαινα συμβουλευόμαστε
να συμβουλεύειςνα συμβουλεύετενα συμβουλεύεσαινα συμβουλεύεστε, να συμβουλευόσαστε
να συμβουλεύεινα συμβουλεύουν(ε)να συμβουλεύεταινα συμβουλεύονται
Aoristνα συμβουλέψωνα συμβουλέψουμε, να συμβουλέψομενα συμβουλευτώνα συμβουλευτούμε
να συμβουλέψειςνα συμβουλέψετενα συμβουλευτείςνα συμβουλευτείτε
να συμβουλέψεινα συμβουλέψουν(ε)να συμβουλευτείνα συμβουλευτούν(ε)
Perfνα έχω συμβουλέψεινα έχουμε συμβουλέψεινα έχω συμβουλευτείνα έχουμε συμβουλευτεί
να έχεις συμβουλέψεινα έχετε συμβουλέψεινα έχεις συμβουλευτείνα έχετε συμβουλευτεί
να έχει συμβουλέψεινα έχουν συμβουλέψεινα έχει συμβουλευτείνα έχουν συμβουλευτεί
Imper
ativ
Presσυμβούλευεσυμβουλεύετεσυμβουλεύεστε
Aoristσυμβούλεψεσυμβουλέψτε, συμβουλεύτεσυμβουλέψουσυμβουλευτείτε
Part
izip
Presσυμβουλεύοντας
Perfέχοντας συμβουλέψει
InfinAoristσυμβουλέψεισυμβουλευτεί



Person Wortform
Präsens ich berate
du berätst
er, sie, es berät
Präteritum ich beriet
Konjunktiv II ich beriete
Imperativ Singular berate!
berat!
Plural beratet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
beraten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:beraten



Person Wortform
Präsens ich rate
du rätst
er, sie, es rät
Präteritum ich riet
Konjunktiv II ich riete
Imperativ Singular rate!
rat!
Plural ratet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geraten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:raten


Griechische Definition zu συμβουλεύω

συμβουλεύω [simvulévo] -ομαι : 1.λέω σε κπ. τη γνώμη μου, σχετικά με το πώς πρέπει να ενεργήσει ή να συμπεριφερθεί και τον παρακινώ να ακολουθήσει τη γνώμη μου αυτή· δίνω συμβουλή: Ο καθηγητής μου με συμβούλεψε να συνεχίσω τις σπουδές μου. Tι με συμβουλεύεις να κάνω; Δε θα σε συμβούλευα να πουλήσεις το σπίτι σου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συμβουλεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15