στοιχίζω  Verb  [stichizo, stoixizw]

Ähnliche Bedeutung wie στοιχίζω


Beispielsätze στοιχίζω

... σήμερα μπορεί να στοιχίζουν πανάκριβα λόγω σταματήματος της παραγωγής τους και μνήμες οι οποίες στοίχιζαν ακριβά μπορεί σήμερα να στοιχίζουν πολύ φθηνά επειδή ...

... συμβαίνουν περίπου κάθε 6,2 χρόνια, όταν το περίκεντρο της Πανδώρας στοιχίζεται με το απόκεντρο του Προμηθέα και των φεγγαριών που βρίσκονται σε απόσταση ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kosten

... Ich veranschlagte, dass es 300 Dollar kosten würde. ...

... Die Zigarren kosten zwei Mark. ...

... Die Streichhölzer kosten zehn Pfennig. ...

Quelle: xtofu80, Ramses, Ramses

Grammatik


ΣΤΟΙΧΙΖΩ
I cost
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στοιχίζωστοιχίζουμε, στοιχίζομε
στοιχίζειςστοιχίζετε
στοιχίζειστοιχίζουν(ε)
Imper
fekt
στοίχιζαστοιχίζαμε
στοίχιζεςστοιχίζατε
στοίχιζεστοίχιζαν, στοιχίζαν(ε)
Aoristστοίχισαστοιχίσαμε
στοίχισεςστοιχίσατε
στοίχισεστοίχισαν, στοιχίσαν(ε)
Per
fect
έχω στοιχίσειέχουμε στοιχίσει
έχεις στοιχίσειέχετε στοιχίσει
έχει στοιχίσειέχουν στοιχίσει
Plu
per
fect
είχα στοιχίσειείχαμε στοιχίσει
είχες στοιχίσειείχατε στοιχίσει
είχε στοιχίσειείχαν στοιχίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στοιχίζωθα στοιχίζουμε, θα στοιχίζομε
θα στοιχίζειςθα στοιχίζετε
θα στοιχίζειθα στοιχίζουν(ε)
Fut
ur
θα στοιχίσωθα στοιχίσουμε, θα στοιχίζομε
θα στοιχίσειςθα στοιχίσετε
θα στοιχίσειθα στοιχίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στοιχίσειθα έχουμε στοιχίσει
θα έχεις στοιχίσειθα έχετε στοιχίσει
θα έχει στοιχίσειθα έχουν στοιχίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στοιχίζωνα στοιχίζουμε, να στοιχίζομε
να στοιχίζειςνα στοιχίζετε
να στοιχίζεινα στοιχίζουν(ε)
Aoristνα στοιχίσωνα στοιχίσουμε, να στοιχίσομε
να στοιχίσειςνα στοιχίσετε
να στοιχίσεινα στοιχίσουν(ε)
Perfνα έχω στοιχίσεινα έχουμε στοιχίσει
να έχεις στοιχίσεινα έχετε στοιχίσει
να έχει στοιχίσεινα έχουν στοιχίσει
Imper
ativ
Presστοίχιζεστοιχίζετε
Aoristστοίχισεστοιχίστε
Part
izip
Presστοιχίζοντας
Perfέχοντας στοιχίσει
InfinAoristστοιχίσει




Griechische Definition zu στοιχίζω

στοιχίζω 1 [stixízo] .1α : ΣYN κοστίζω. 1. για κτ. που έχει μια ορισμένη τιμή ή για το οποίο πρέπει να δαπανήσει, να πληρώσει κανείς ένα ορισμέ νο ποσό: Ένα παλιό διαμέρισμα στοιχίζει φτηνά. Πόσο στοιχίζει η αγορά ενός υπολογιστή; Οι φετινές διακοπές δε μου στοίχισαν πολλά / πολύ. Tο σχολείο των παιδιών μάς στοιχίζει πολλές χιλιάδες το χρόνο. || για πρόσω πο για το οποίο πρέπει να ξοδέψει κανείς ένα ορισμένο ποσό: Tα παιδιά στοιχίζουν πολύ. Οι διοικητικοί υπάλληλοι στοιχίζουν πολύ στην εταιρεία. || στοιχίζω πολύ: Ένα καλό αυτοκίνητο στοιχίζει. ΦΡ (μου) στοίχισε ο κούκος αηδόνι*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στοιχίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15