στέλνω  Verb  [stelno, stelnw]

Ähnliche Bedeutung wie στέλνω


Beispielsätze στέλνω

... Της στέλνω μήνυμα. ...

... Του στέλνω μήνυμα. ...

... Τις στέλνω μήνυμα. ...

Quelle: musiclover, musiclover, musiclover


Beispielsätze verschicken

... Bitte verschicken Sie das als Eilsendung. ...

... Längst nicht jeder, der einen elektronischen Brief verschicken oder online ein Buch bestellen kann, ist ein mit allen Wassern gewaschener „Internet-Bürger“. ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern

Grammatik



ΣΤΕΛΝΩ
I send
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στέλνωστέλνουμε, στέλνομεστέλνομαιστελνόμαστε
στέλνειςστέλνετεστέλνεσαιστέλνεστε, στελνόσαστε
στέλνειστέλνουν(ε)στέλνεταιστέλνονται
Imper
fekt
έστελναστέλναμεστελνόμουν(α)στελνόμαστε, στελνόμασταν
έστελνεςστέλνατεστελνόσουν(α)στελνόσαστε, στελνόσασταν
έστελνεέστελναν, στέλναν(ε)στελνόταν(ε)στέλνονταν, στελνόντανε, στελνόντουσαν
Aoristέστειλαστείλαμεστάλθηκα, εστάληνσταλθήκαμε, εστάλημεν
έστειλεςστείλατεστάλθηκες, εστάληςσταλθήκατε, εστάλητε
έστειλεέστειλαν, στείλαν(ε)στάλθηκε, εστάληστάλθηκαν, σταλθήκαν(ε), εστάλησαν
Per
fect
έχω στείλει
έχω σταλμένο
έχουμε στείλει
έχουμε σταλμένο
έχω σταλθεί/σταλεί
είμαι σταλμένος, -η
έχουμε σταλθεί/σταλεί
είμαστε σταλμένοι, -ες
έχεις στείλει
έχεις σταλμένο
έχετε στείλει
έχετε σταλμένο
έχεις σταλθεί/σταλεί
είσαι σταλμένος, -η
έχετε σταλθεί/σταλεί
είστε σταλμένοι, -ες
έχει στείλει
έχει σταλμένο
έχουν στείλει
έχουν σταλμένο
έχει σταλθεί/σταλεί
είναι σταλμένος, -η, -ο
έχουν σταλθεί/σταλεί
είναι σταλμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα στείλει
είχα σταλμένο
είχαμε στείλει
είχαμε σταλμένο
είχα σταλθεί/σταλεί
ήμουν σταλμένος, -η
είχαμε σταλθεί/σταλεί
ήμαστε σταλμένοι, -ες
είχες στείλει
είχες σταλμένο
είχατε στείλει
είχατε σταλμένο
είχες σταλθεί/σταλεί
ήσουν σταλμένος, -η
είχατε σταλθεί/σταλεί
ήσαστε σταλμένοι, -ες
είχε στείλει
είχε σταλμένο
είχαν στείλει
είχαν σταλμένο
είχε σταλθεί/σταλεί
ήταν σταλμένος, -η, -ο
είχαν σταλθεί/σταλεί
ήταν σταλμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στέλνωθα στέλνουμε, θα στέλνομεθα στέλνομαιθα στελνόμαστε
θα στέλνειςθα στέλνετεθα στέλνεσαιθα στέλνεστε, θα στελνόσαστε
θα στέλνειθα στέλνουν(ε)θα στέλνεταιθα στέλνονται
Fut
ur
θα στείλωθα στείλουμε, θα στείλομεθα σταλθώ, θα σταλώθα σταλθούμε, θα σταλούμε
θα στείλειςθα στείλετεθα σταλθείς, θα σταλείςθα σταλθείτε, θα σταλείτε
θα στείλειθα στείλουν(ε)θα σταλθεί, θα σταλείθα σταλθούν(ε), θα σταλούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στείλει
θα έχω σταλμένο
θα έχουμε στείλει
θα έχουμε σταλμένο
θα έχω σταλθεί/σταλεί
θα είμαι σταλμένος, -η
θα έχουμε σταλθεί/σταλεί
θα είμαστε σταλμένοι, -ες
θα έχεις στείλει
θα έχεις σταλμένο
θα έχετε στείλει
θα έχετε σταλμένο
θα έχεις σταλθεί/σταλεί
θα είσαι σταλμένος, -η
θα έχετε σταλθεί/σταλεί
θα είστε σταλμένοι, -ες
θα έχει στείλει
θα έχει σταλμένο
θα έχουν στείλει
θα έχουν σταλμένο
θα έχει σταλθεί/σταλεί
θα είναι σταλμένος, -η, -ο
θα έχουν σταλθεί/σταλεί
θα είναι σταλμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στέλνωνα στέλνουμε, να στέλνομενα στέλνομαινα στελνόμαστε
να στέλνειςνα στέλνετενα στέλνεσαινα στέλνεστε, να στελνόσαστε
να στέλνεινα στέλνουν(ε)να στέλνεταινα στέλνονται
Aoristνα στείλωνα στείλουμε, να στείλομενα σταλθώ, να σταλώνα σταλθούμε, να σταλούμε
να στείλειςνα στείλετενα σταλθείς, να σταλείςνα σταλθείτε, να σταλείτε
να στείλεινα στείλουν(ε)να σταλθεί, να σταλείνα σταλθούν(ε), να σταλούν(ε)
Perfνα έχω στείλει
να έχω σταλμένο
να έχουμε στείλει
να έχουμε σταλμένο
να έχω σταλθεί/σταλεί
να είμαι σταλμένος, -η
να έχουμε σταλθεί/σταλεί
να είμαστε σταλμένοι, -ες
να έχεις στείλει
να έχεις σταλμένο
να έχετε στείλει
να έχετε σταλμένο
να έχεις σταλθεί/σταλεί
να είσαι σταλμένος, -η
να έχετε σταλθεί/σταλεί
να είστε σταλμένοι, -ες
να έχει στείλει
να έχει σταλμένο
να έχουν στείλει
να έχουν σταλμένο
να έχει σταλθεί/σταλεί
να είναι σταλμένος, -η, -ο
να έχουν σταλθεί/σταλεί
να είναι σταλμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστέλνεστέλνετεστέλνεστε
Aoristστείλεστείλετε, στείλτεσταλθείτε, σταλείτε
Part
izip
Presστέλνοντας
Perfέχοντας στείλει, έχοντας σταλμένοσταλμένος, -η, -οσταλμένοι, -ες, -α
InfinAoristστείλεισταλθεί, σταλεί
















Griechische Definition zu στέλνω

στέλνω [stélno] -ομαι Ρ αόρ. έστειλα, απαρέμφ. στείλει, παθ. αόρ. στάλθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και εστάλη, εστάλησαν, απαρέμφ. σταλεί και σταλθεί, μππ. σταλμένος : 1. ενεργώ έτσι ώστε κτ.: α. να μεταφερθεί, να παρα δοθεί σε ορισμένο μέρος μέσο ενός προσώπου ή μιας αρμόδιας υπηρεσίας: στέλνω ένα γράμμα / μια επιταγή / ένα τηλεγράφημα σε κπ. Tα εμπορεύ ματα να σταλούν σιδηροδρομικώς. || Tους έστειλε χαιρετίσματα με το γιο τους. β. να κατευθυνθεί από ένα μέρος σε άλλο χωρίς την παρεμβολή κάποιου: Mε ένα δυνατό σουτ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. Ο ήλιος στέλνει στη γη φως και θερμότητα. || στέλνω σε κπ. χαμόγελα / φιλιά, απευθύνω από απόσταση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στέλνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15