σκοτώνω  Verb  [skotono, skotwnw]

Ähnliche Bedeutung wie σκοτώνω


Beispielsätze σκοτώνω

... τους πληθυσμούς τους. Bέβαια ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι ο άνθρωπος που εξοντώνει είτε άμεσα (ποντικοφάρμακα,φόλες) είτε έμμεσα (φυτοφάρμακα κ.ά.). ...

... και ακριβό γουναρικό, και γι΄αυτό ιδιαίτερα περιζήτητο. Χρήσιμη γιατί εξοντώνει τα τρωκτικά που προξενούν ζημίες στη γεωργία. Το σώμα της, το οποίο ...

... την εξόντωση των εντόμων. Τα εντομοκτόνα χρησιμοποιούνται κυρίως για να εξοντώνουν έντομα τα οποία έχουν καταστροφικές συνέπειες στις καλλιέργειες ή να καταπολεμούν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zu töten

... Hast du von der Zeit gehört, als Tom Mary zu töten versuchte? ...

... Die Wahrscheinlichkeit spricht dafür, daß der Wunsch zu töten sehr oft mit dem Wunsch, selber zu sterben oder sich zu vernichten, zusammenfällt. ...

... Sie waren dazu gezwungen, einige ihrer Pferde zu töten und zu essen. ...

Quelle: Alois, Esperantostern, pne

Grammatik



ΣΚΟΤΩΝΩ
I kill
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκοτώνωσκοτώνουμε, σκοτώνομεσκοτώνομαισκοτωνόμαστε
σκοτώνειςσκοτώνετεσκοτώνεσαισκοτώνεστε, σκοτωνόσαστε
σκοτώνεισκοτώνουν(ε)σκοτώνεταισκοτώνονται
Imper
fekt
σκότωνασκοτώναμεσκοτωνόμουν(α)σκοτωνόμαστε, σκοτωνόμασταν
σκότωνεςσκοτώνατεσκοτωνόσουν(α)σκοτωνόσαστε, σκοτωνόσασταν
σκότωνεσκότωναν, σκοτώναν(ε)σκοτωνόταν(ε)σκοτώνονταν, σκοτωνόντανε, σκοτωνόντουσαν
Aoristσκότωσασκοτώσαμεσκοτώθηκασκοτωθήκαμε
σκότωσεςσκοτώσατεσκοτώθηκεςσκοτωθήκατε
σκότωσεσκότωσαν, σκοτώσαν(ε)σκοτώθηκεσκοτώθηκαν, σκοτωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκοτώσει
έχω σκοτωμένο
έχουμε σκοτώσει
έχουμε σκοτωμένο
έχω σκοτωθεί
είμαι σκοτωμένος, -η
έχουμε σκοτωθεί
είμαστε σκοτωμένοι, -ες
έχεις σκοτώσει
έχεις σκοτωμένο
έχετε σκοτώσει
έχετε σκοτωμένο
έχεις σκοτωθεί
είσαι σκοτωμένος, -η
έχετε σκοτωθεί
είστε σκοτωμένοι, -ες
έχει σκοτώσει
έχει σκοτωμένο
έχουν σκοτώσει
έχουν σκοτωμένο
έχει σκοτωθεί
είναι σκοτωμένος, -η, -ο
έχουν σκοτωθεί
είναι σκοτωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σκοτώσει
είχα σκοτωμένο
είχαμε σκοτώσει
είχαμε σκοτωμένο
είχα σκοτωθεί
ήμουν σκοτωμένος, -η
είχαμε σκοτωθεί
ήμαστε σκοτωμένοι, -ες
είχες σκοτώσει
είχες σκοτωμένο
είχατε σκοτώσει
είχατε σκοτωμένο
είχες σκοτωθεί
ήσουν σκοτωμένος, -η
είχατε σκοτωθεί
ήσαστε σκοτωμένοι, -ες
είχε σκοτώσει
είχε σκοτωμένο
είχαν σκοτώσει
είχαν σκοτωμένο
είχε σκοτωθεί
ήταν σκοτωμένος, -η, -ο
είχαν σκοτωθεί
ήταν σκοτωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκοτώνωθα σκοτώνουμε, θα σκοτώνομεθα σκοτώνομαιθα σκοτωνόμαστε
θα σκοτώνειςθα σκοτώνετεθα σκοτώνεσαιθα σκοτώνεστε
θα σκοτωνόσαστε
θα σκοτώνειθα σκοτώνουν(ε)θα σκοτώνεταιθα σκοτώνονται
Fut
ur
θα σκοτώσωθα σκοτώσουμε, θα σκοτώσομεθα σκοτωθώθα σκοτωθούμε
θα σκοτώσειςθα σκοτώσετεθα σκοτωθείςθα σκοτωθείτε
θα σκοτώσειθα σκοτώσουνθα σκοτωθείθα σκοτωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκοτώσει
θα έχω σκοτωμένο
θα έχουμε σκοτώσει
θα έχουμε σκοτωμένο
θα έχω σκοτωθεί
θα είμαι σκοτωμένος, -η
θα έχουμε σκοτωθεί
θα είμαστε σκοτωμένοι, -ες
θα έχεις σκοτώσει
θα έχεις σκοτωμένο
θα έχετε σκοτώσει
θα έχετε σκοτωμένο
θα έχεις σκοτωθεί
θα είσαι σκοτωμένος, -η
θα έχετε σκοτωθεί
θα είστε σκοτωμένοι, -ες
θα έχει σκοτώσει
θα έχει σκοτωμένο
θα έχουν σκοτώσει
θα έχουν σκοτωμένο
θα έχει σκοτωθεί
θα είναι σκοτωμένος, -η, -ο
θα έχουν σκοτωθεί
θα είναι σκοτωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκοτώνωνα σκοτώνουμε, να σκοτώνομενα σκοτώνομαινα σκοτωνόμαστε
να σκοτώνειςνα σκοτώνετενα σκοτώνεσαινα σκοτώνεστε, να σκοτωνόσαστε
να σκοτώνεινα σκοτώνουν(ε)να σκοτώνεταινα σκοτώνονται
Aoristνα σκοτώσωνα σκοτώσουμε, να σκοτώσομενα σκοτωθώνα σκοτωθούμε
να σκοτώσειςνα σκοτώσετενα σκοτωθείςνα σκοτωθείτε
να σκοτώσεινα σκοτώσουν(ε)να σκοτωθείνα σκοτωθούν(ε)
Perfνα έχω σκοτώσει
να έχω σκοτωμένο
να έχουμε σκοτώσει
να έχουμε σκοτωμένο
να έχω σκοτωθεί
να είμαι σκοτωμένος, -η
να έχουμε σκοτωθεί
να είμαστε σκοτωμένοι, -ες
να έχεις σκοτώσει
να έχεις σκοτωμένο
να έχετε σκοτώσει
να έχετε σκοτωμένο
να έχεις σκοτωθεί
να είσαι σκοτωμένος, -η
να έχετε σκοτωθεί
να είστε σκοτωμένοι, -ες
να έχει σκοτώσει
να έχει σκοτωμένο
να έχουν σκοτώσει
να έχουν σκοτωμένο
να έχει σκοτωθεί
να είναι σκοτωμένος, -η, -ο
να έχουν σκοτωθεί
να είναι σκοτωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσκότωνεσκοτώνετεσκοτώνεστε
Aoristσκότωσεσκοτώστε, σκοτώσετεσκοτώσουσκοτωθείτε
Part
izip
Presσκοτώνοντας
Perfέχοντας σκοτώσει, έχοντας σκοτωμένοσκοτωμένος, -η, -οσκοτωμένοι, -ες, -α
InfinAoristσκοτώσεισκοτωθεί





Person Wortform
Präsens ich kille
du killst
er, sie, es killt
Präteritum ich killte
Konjunktiv II ich killte
Imperativ Singular kille!
Plural killt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekillt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:killen




Griechische Definition zu σκοτώνω

σκοτώνω [skotóno] -ομαι : 1α. αφαιρώ τη ζωή κάποιου με πρόθεση ή από αμέλεια: Ο στρατιώτης σκοτώνει τον εχθρό στη μάχη. Ο ληστής σκοτώνει για λεφτά. Ο κυνηγός σκοτώνει πουλιά / λαγούς. Σκότωσε με το αυτοκίνητο έναν πεζό. Σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. Σκοτώθη κε με μια σφαίρα στον κρόταφο, αυτοκτόνησε. ΦΡ σαν να του σκότωσαν τη μάνα*. || Xιλιάδες άνθρωποι σκοτώνονται στους δρόμους κάθε χρόνο. β. γίνομαι αιτία να σκοτωθεί ή να πεθάνει κάποιος: H ατομική βόμβα μπορεί να σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους. Tα ναρκωτικά σκοτώνουν. || Σκοτωμένο αίμα, που δεν έχει ζωηρό, κόκκινο χρώμα, και για χρώμα: Σκοτωμένο κίτρινο, βαθύ κίτρινο. 2. (μτφ., προφ.) α. σε σχήμα υπερβολής: Έπεσε από τη σκάλα και σκοτώθηκε, χτύπησε πολύ, τσακίστηκε. Εκεί κάτω σκοτώνονται, πιάνονται στα χέρια, συμπλέκονται. Tον σκότωσε στο ξύλο, τον έδειρε πολύ. Θα σε σκοτώσω!, θα σε δείρω, απειλητι κά και χαϊδευτικά. || Tα πικρά του λόγια με σκοτώνουν, με πληγώνουν. || για υπερβολική κούραση: Σκοτώνεται στο διάβασμα / στη δουλειά, διαβάζει, δουλεύει πολύ. Aυτή η δουλειά με σκοτώνει, με κουράζει πολύ. Είμαι σκοτωμένος από την κούραση. Tο σκότωσε το άλογο στο τρέξιμο. β. για κακή χρήση, εκτέλεση κτλ.: Aυτός τα αγγλικά τα σκοτώνει, δεν τα μιλάει καλά. Tο σκότωσες το τραγούδι!, το τραγούδησες πολύ άσχημα. || Tο σκότωσε το πεντοχίλιαρο, το σπατάλησε. Tο σκότωσε το εμπόρευμα, το ξεπούλησε όσο όσο. ΦΡ σκοτώνω την ώρα μου / τον καιρό μου, ασχολούμαι με ασήμαντα πράγματα για να περάσει η ώρα. σκοτώνω μύγες*. γ. (παθ.) για υπερβολικό ζήλο ή για ανταγωνισμό: Σκοτώθηκε να μας περιποιηθεί / να μας εξυπηρετήσει. Σκοτώνονται ποιος θα τα πρωτοαγοράσει.

[μσν. σκοτώνω < αρχ. σκοτ(ῶ) -ώνω `σκεπάζω με σκοτάδι΄ (ελνστ. σημ.: `ζαλίζω΄)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκοτώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15