σείω Verb  [sio, seiw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu σείω

σείω altgriechisch σείω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
ανακινώ
δονώ
ταλαντεύω
τραντάζω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu σείω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
seio40">σειώσειούμεσειέμαισειόμαστε
σειείςσειείτεσειέσαισειέστε, σειόσαστε
σειείσειούν(ε)σειέταισειούνται, σειόνται
Imper
fekt
σειούσασειούσαμεσειόμουν(α)σειόμαστε, σειόμασταν
σειούσεςσειούσατεσειόσουν(α)σειόσαστε, σειόσασταν
σειούσεσειούσαν(ε)σειόταν(ε)σειόνταν(ε), σειούνταν, σειόντουσαν
Aoristέσεισασείσαμεσείστηκασειστήκαμε
έσεισεςσείσατεσείστηκεςσειστήκατε
έσεισεέσεισαν, σειήσαν(ε)σείστηκεσείστηκαν, σειστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω σείσειέχουμε σείσειέχω σειστείέχουμε σειστεί
έχεις σείσειέχετε σείσειέχεις σειστείέχετε σειστεί
έχει σείσειέχουν σείσειέχει σειστείέχουν σειστεί
Plu
perf
ekt
είχα σείσειείχαμε σείσειείχα σειστείείχαμε σειστεί
είχες σείσειείχατε σείσειείχες σειστείείχατε σειστεί
είχε σείσειείχαν σείσειείχε σειστείείχαν σειστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σειώθα σειούμεθα σειείμαιθα σειόμαστε
θα σειείςθα σειείτεθα σειείσαιθα σειέστε, θα σειόσαστε
θα σειείθα σειούν(ε)θα σειέταιθα σειούνται, θα σειόνται
Fut
ur
θα σείσωθα σείσουμε, θα σείσομεθα σειστώθα σειστούμε
θα σείσειςθα σείσετεθα σειστείςθα σειστείτε
θα σείσειθα σείσουν(ε)θα σειστείθα σειστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σείσειθα έχουμε σείσειθα έχω σειστείθα έχουμε σειστεί
θα έχεις σείσειθα έχετε σείσειθα έχεις σειστείθα έχετε σειστεί
θα έχει σείσειθα έχουν σείσειθα έχει σειστείθα έχουν σειστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σειώνα σειούμενα σειέμαινα σειόμαστε
να σειείςνα σειείτενα σειέσαινα σειέστε, να σειόσαστε
να σειείνα σειούν(ε)να σειείταινα σειούνται, να σειόνται
Aoristνα σείσωνα σείσουμε, να σείσομενα σειστώνα σειστούμε
να σείσειςνα σείσετενα σειστείςνα σειστείτε
να σείσεινα σείσουν(ε)να σειστείνα σειστούν(ε)
Perfνα έχω σείσεινα έχουμε σείσεινα έχω σειστείνα έχουμε σειστεί
να έχεις σείσεινα έχετε σείσεινα έχεις σειστείνα έχετε σειστεί
να έχει σείσεινα έχουν σείσεινα έχει σειστείνα έχουν σειστεί
Imper
ativ
Presσειείτεσειέστε
Aoristσείσεσείστεσείσουσειστείτε
Part
izip
Presσειώντας
Perfέχοντας σείσει
InfinAoristσείσεισειστεί











Griechische Definition zu σείω

σείω [sío] -ομαι Ρ αόρ. έσεισα, απαρέμφ. σείσει, παθ. αόρ. σείστηκα, απαρέμφ. σειστεί : τραντάζω, κουνώ πολύ δυνατά: Σείστηκε η γη από το σεισμό. ΠAΡ Λαγός τη φτέρη έσειε, κακό του κεφαλιού του.

[αρχ. σείω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback