σείω  Verb  [sio, seiw]

Ähnliche Bedeutung wie σείω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σείω

... Ο Ράιαν Σέι (Ryan Shay, 4 Μαΐου 1979 - 3 Νοεμβρίου 2007) ήταν Αμερικανός επαγγελματίας δρομέας μακρινών αποστάσεων. Γεννήθηκε στις 4 Μαΐου του 1979 στην ...

... Ο Ολουβασέγι Μπαμπατζάιντ "Σέι" Ότζο (Oluwaseyi Babajide "Sheyi Ojo", γεννημένος στις 19 Ιουνίου 1997) είναι Άγγλος ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στη ...

... H Σάνον Άσλεϊ "Σέι" Μίτσελ (Shannon Ashley "Shay" Mitchell, 10 Απριλίου 1987) είναι Καναδή ηθοποιός και μοντέλο. http://www.imdb.com/name/nm3762213/ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erschüttern

... Als der Arzt ihm den Operationshergang erklärte, wurde Tom, dieser große, dicke, kräftige Mann, den sonst nichts erschüttern konnte, kreidebleich und fiel in Ohnmacht. ...

... Wir erleben den größten Spionageskandal der Geschichte und unglaubliche Enthüllungen erschüttern die Welt. ...

... Straßenschlachten erschüttern Ägyptens Städte. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΣΕΙΩ
I shake
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
seio40">σειώσειούμεσειέμαισειόμαστε
σειείςσειείτεσειέσαισειέστε, σειόσαστε
σειείσειούν(ε)σειέταισειούνται, σειόνται
Imper
fekt
σειούσασειούσαμεσειόμουν(α)σειόμαστε, σειόμασταν
σειούσεςσειούσατεσειόσουν(α)σειόσαστε, σειόσασταν
σειούσεσειούσαν(ε)σειόταν(ε)σειόνταν(ε), σειούνταν, σειόντουσαν
Aoristέσεισασείσαμεσείστηκασειστήκαμε
έσεισεςσείσατεσείστηκεςσειστήκατε
έσεισεέσεισαν, σειήσαν(ε)σείστηκεσείστηκαν, σειστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω σείσειέχουμε σείσειέχω σειστείέχουμε σειστεί
έχεις σείσειέχετε σείσειέχεις σειστείέχετε σειστεί
έχει σείσειέχουν σείσειέχει σειστείέχουν σειστεί
Plu
perf
ekt
είχα σείσειείχαμε σείσειείχα σειστείείχαμε σειστεί
είχες σείσειείχατε σείσειείχες σειστείείχατε σειστεί
είχε σείσειείχαν σείσειείχε σειστείείχαν σειστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σειώθα σειούμεθα σειείμαιθα σειόμαστε
θα σειείςθα σειείτεθα σειείσαιθα σειέστε, θα σειόσαστε
θα σειείθα σειούν(ε)θα σειέταιθα σειούνται, θα σειόνται
Fut
ur
θα σείσωθα σείσουμε, θα σείσομεθα σειστώθα σειστούμε
θα σείσειςθα σείσετεθα σειστείςθα σειστείτε
θα σείσειθα σείσουν(ε)θα σειστείθα σειστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σείσειθα έχουμε σείσειθα έχω σειστείθα έχουμε σειστεί
θα έχεις σείσειθα έχετε σείσειθα έχεις σειστείθα έχετε σειστεί
θα έχει σείσειθα έχουν σείσειθα έχει σειστείθα έχουν σειστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σειώνα σειούμενα σειέμαινα σειόμαστε
να σειείςνα σειείτενα σειέσαινα σειέστε, να σειόσαστε
να σειείνα σειούν(ε)να σειείταινα σειούνται, να σειόνται
Aoristνα σείσωνα σείσουμε, να σείσομενα σειστώνα σειστούμε
να σείσειςνα σείσετενα σειστείςνα σειστείτε
να σείσεινα σείσουν(ε)να σειστείνα σειστούν(ε)
Perfνα έχω σείσεινα έχουμε σείσεινα έχω σειστείνα έχουμε σειστεί
να έχεις σείσεινα έχετε σείσεινα έχεις σειστείνα έχετε σειστεί
να έχει σείσεινα έχουν σείσεινα έχει σειστείνα έχουν σειστεί
Imper
ativ
Presσειείτεσειέστε
Aoristσείσεσείστεσείσουσειστείτε
Part
izip
Presσειώντας
Perfέχοντας σείσει
InfinAoristσείσεισειστεί










Griechische Definition zu σείω

σείω [sío] -ομαι Ρ αόρ. έσεισα, απαρέμφ. σείσει, παθ. αόρ. σείστηκα, απαρέμφ. σειστεί : τραντάζω, κουνώ πολύ δυνατά: Σείστηκε η γη από το σεισμό. ΠAΡ Λαγός τη φτέρη έσειε, κακό του κεφαλιού του.

[αρχ. σείω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σείω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15