wiegen
 Verb

ζυγίζω Verb
(1)
βαραίνω Verb
(0)
ζυγιάζω Verb
(0)
σταθμίζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζυγίζωζυγίζουμε, ζυγίζομεζυγίζομαιζυγιζόμαστε
ζυγίζειςζυγίζετεζυγίζεσαιζυγίζεστε, ζυγιζόσαστε
ζυγίζειζυγίζουν(ε)ζυγίζεταιζυγίζονται
Imper
fekt
ζύγιζαζυγίζαμεζυγιζόμουν(α)ζυγιζόμαστε, ζυγιζόμασταν
ζύγιζεςζυγίζατεζυγιζόσουν(α)ζυγιζόσαστε, ζυγιζόσασταν
ζύγιζεζύγιζαν, ζυγίζαν(ε)ζυγιζόταν(ε)ζυγίζονταν, ζυγιζόντανε, ζυγιζόντουσαν
Aoristζύγισαζυγίσαμεζυγίστηκαζυγιστήκαμε
ζύγισεςζυγίσατεζυγίστηκεςζυγιστήκατε
ζύγισεζύγισαν, ζυγίσαν(ε)ζυγίστηκεζυγίστηκαν, ζυγιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ζυγίσει
έχω ζυγισμένο
έχουμε ζυγίσει
έχουμε ζυγισμένο
έχω ζυγιστεί
είμαι ζυγισμένος, -η
έχουμε ζυγιστεί
είμαστε ζυγισμένοι, -ες
έχεις ζυγίσει
έχεις ζυγισμένο
έχετε ζυγίσει
έχετε ζυγισμένο
έχεις ζυγιστεί
είσαι ζυγισμένος, -η
έχετε ζυγιστεί
είστε ζυγισμένοι, -ες
έχει ζυγίσει
έχει ζυγισμένο
έχουν ζυγίσει
έχουν ζυγισμένο
έχει ζυγιστεί
είναι ζυγισμένος, -η, -ο
έχουν ζυγιστεί
είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ζυγίσει
είχα ζυγισμένο
είχαμε ζυγίσει
είχαμε ζυγισμένο
είχα ζυγιστεί
ήμουν ζυγισμένος, -η
είχαμε ζυγιστεί
ήμαστε ζυγισμένοι, -ες
είχες ζυγίσει
είχες ζυγισμένο
είχατε ζυγίσει
είχατε ζυγισμένο
είχες ζυγιστεί
ήσουν ζυγισμένος, -η
είχατε ζυγιστεί
ήσαστε ζυγισμένοι, -ες
είχε ζυγίσει
είχε ζυγισμένο
είχαν ζυγίσει
είχαν ζυγισμένο
είχε ζυγιστεί
ήταν ζυγισμένος, -η, -ο
είχαν ζυγιστεί
ήταν ζυγισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζυγίζωθα ζυγίζουμε, θα ζυγίζομεθα ζυγίζομαιθα ζυγιζόμαστε
θα ζυγίζειςθα ζυγίζετεθα ζυγίζεσαιθα ζυγίζεστε, θα ζυγιζόσαστε
θα ζυγίζειθα ζυγίζουν(ε)θα ζυγίζεταιθα ζυγίζονται
Fut
ur
θα ζυγίσωθα ζυγίσουμε, θα ζυγίζομεθα ζυγιστώθα ζυγιστούμε
θα ζυγίσειςθα ζυγίσετεθα ζυγιστείςθα ζυγιστείτε
θα ζυγίσειθα ζυγίσουν(ε)θα ζυγιστείθα ζυγιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζυγίσει
θα έχω ζυγισμένο
θα έχουμε ζυγίσει
θα έχουμε ζυγισμένο
θα έχω ζυγιστεί
θα είμαι ζυγισμένος, -η
θα έχουμε ζυγιστεί
θα είμαστε ζυγισμένοι, -ες
θα έχεις ζυγίσει
θα έχεις ζυγισμένο
θα έχετε ζυγίσει
θα έχετε ζυγισμένο
θα έχεις ζυγιστεί
θα είσαι ζυγισμένος, -η
θα έχετε ζυγιστεί
θα είστε ζυγισμένοι, -ες
θα έχει ζυγίσει
θα έχει ζυγισμένο
θα έχουν ζυγίσει
θα έχουν ζυγισμένο
θα έχει ζυγιστεί
θα είναι ζυγισμένος, -η, -ο
θα έχουν ζυγιστεί
θα είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζυγίζωνα ζυγίζουμε, να ζυγίζομενα ζυγίζομαινα ζυγιζόμαστε
να ζυγίζειςνα ζυγίζετενα ζυγίζεσαινα ζυγίζεστε, να ζυγιζόσαστε
να ζυγίζεινα ζυγίζουν(ε)να ζυγίζεταινα ζυγίζονται
Aoristνα ζυγίσωνα ζυγίσουμε, να ζυγίσομενα ζυγιστώνα ζυγιστούμε
να ζυγίσειςνα ζυγίσετενα ζυγιστείςνα ζυγιστείτε
να ζυγίσεινα ζυγίσουν(ε)να ζυγιστείνα ζυγιστούν(ε)
Perfνα έχω ζυγίσει
να έχω ζυγισμένο
να έχουμε ζυγίσει
να έχουμε ζυγισμένο
να έχω ζυγιστεί
να είμαι ζυγισμένος, -η
να έχουμε ζυγιστεί
να είμαστε ζυγισμένοι, -ες
να έχεις ζυγίσει
να έχεις ζυγισμένο
να έχετε ζυγίσει
να έχετε ζυγισμένο
να έχεις ζυγιστεί
να είσαι ζυγισμένος, -η
να έχετε ζυγιστεί
να είστε ζυγισμένοι, -ες
να έχει ζυγίσει
να έχει ζυγισμένο
να έχουν ζυγίσει
να έχουν ζυγισμένο
να έχει ζυγιστεί
να είναι ζυγισμένος, -η, -ο
να έχουν ζυγιστεί
να είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presζύγιζεζυγίζετεζυγίζεστε
Aoristζύγισεζυγίστεζυγίσουζυγιστείτε
Part
izip
Presζυγίζονταςζυγιζόμενος
Perfέχοντας ζυγίσει, έχοντας ζυγισμένοζυγισμένος, -η, -οζυγισμένοι, -ες, -α
InfinAoristζυγίσειζυγιστεί



Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βαραίνωβαραίνουμε, βαραίνομε
βαραίνειςβαραίνετε
βαραίνειβαραίνουν(ε)
Imper
fekt
βάραιναβαραίναμε
βάραινεςβαραίνατε
βάραινεβάραιναν, βαραίναν(ε)
Aoristβάρυναβαρύναμε
βάρυνεςβαρύνατε
βάρυνεβάρυναν, βαρύναν(ε)
Per
fekt
έχω βαρύνειέχουμε βαρύνει
έχεις βαρύνειέχετε βαρύνει
έχει βαρύνειέχουν βαρύνει
Plu
per
fekt
είχα βαρύνειείχαμε βαρύνει
είχες βαρύνειείχατε βαρύνει
είχε βαρύνειείχαν βαρύνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βαραίνωθα βαραίνουμε, θα βαραίνομε
θα βαραίνειςθα βαραίνετε
θα βαραίνειθα βαραίνουν(ε)
Fut
ur
θα βαρύνωθα βαρύνουμε, θα βαρύνομε
θα βαρύνειςθα βαρύνετε
θα βαρύνειθα βαρύνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βαρύνειθα έχουμε βαρύνει
θα έχεις βαρύνειθα έχετε βαρύνει
θα έχει βαρύνειθα έχουν βαρύνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βαραίνωνα βαραίνουμε, να βαραίνομε
να βαραίνειςνα βαραίνετε
να βαραίνεινα βαραίνουν(ε)
Aoristνα βαρύνωνα βαρύνουμε, να βαρύνομε
να βαρύνειςνα βαρύνετε
να βαρύνεινα βαρύνουν(ε)
Perfνα έχω βαρύνεινα έχουμε βαρύνει
να έχεις βαρύνεινα έχετε βαρύνει
να έχει βαρύνεινα έχουν βαρύνει
Imper
ativ
Presβάραινεβαραίνετε
Aoristβάρυνεβαρύνετε
Part
izip
Presβαραίνοντας
Perfέχοντας βαρύνει
InfinAoristβαρύνει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback