ζυγίζω  Verb  [zigizo, zijizo, zygizw]

Ähnliche Bedeutung wie ζυγίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ζυγίζω

... Το Μετρό της Αθήνας είναι ένα δίκτυο υπογείων, επιγείων και υπέργειων αστικών σιδηροδρόμων της Αττικής και συγκεκριμένα των περιοχών της ευρύτερης Αθήνας ...

... πλάγιας γραμμής πρέπει να κυμαίνεται από 100 μέχρι 110 μέτρα και η γραμμή τέρματος από 64 μέχρι 75 μέτρα. Για εθνικούς και άλλους μικρότερους ποδοσφαιρικούς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wiegen

... Leichtmatrosen wiegen nicht unbedingt weniger als andere Matrosen. ...

... Auf Bergen und in Tälern wiegen Wälder ihr Laub. ...

... Die Worte wiegen schwer, der Reim hat sie besiegelt. ...

Quelle: PeterR, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΖΥΓΙΖΩ
I weigh
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζυγίζωζυγίζουμε, ζυγίζομεζυγίζομαιζυγιζόμαστε
ζυγίζειςζυγίζετεζυγίζεσαιζυγίζεστε, ζυγιζόσαστε
ζυγίζειζυγίζουν(ε)ζυγίζεταιζυγίζονται
Imper
fekt
ζύγιζαζυγίζαμεζυγιζόμουν(α)ζυγιζόμαστε, ζυγιζόμασταν
ζύγιζεςζυγίζατεζυγιζόσουν(α)ζυγιζόσαστε, ζυγιζόσασταν
ζύγιζεζύγιζαν, ζυγίζαν(ε)ζυγιζόταν(ε)ζυγίζονταν, ζυγιζόντανε, ζυγιζόντουσαν
Aoristζύγισαζυγίσαμεζυγίστηκαζυγιστήκαμε
ζύγισεςζυγίσατεζυγίστηκεςζυγιστήκατε
ζύγισεζύγισαν, ζυγίσαν(ε)ζυγίστηκεζυγίστηκαν, ζυγιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ζυγίσει
έχω ζυγισμένο
έχουμε ζυγίσει
έχουμε ζυγισμένο
έχω ζυγιστεί
είμαι ζυγισμένος, -η
έχουμε ζυγιστεί
είμαστε ζυγισμένοι, -ες
έχεις ζυγίσει
έχεις ζυγισμένο
έχετε ζυγίσει
έχετε ζυγισμένο
έχεις ζυγιστεί
είσαι ζυγισμένος, -η
έχετε ζυγιστεί
είστε ζυγισμένοι, -ες
έχει ζυγίσει
έχει ζυγισμένο
έχουν ζυγίσει
έχουν ζυγισμένο
έχει ζυγιστεί
είναι ζυγισμένος, -η, -ο
έχουν ζυγιστεί
είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ζυγίσει
είχα ζυγισμένο
είχαμε ζυγίσει
είχαμε ζυγισμένο
είχα ζυγιστεί
ήμουν ζυγισμένος, -η
είχαμε ζυγιστεί
ήμαστε ζυγισμένοι, -ες
είχες ζυγίσει
είχες ζυγισμένο
είχατε ζυγίσει
είχατε ζυγισμένο
είχες ζυγιστεί
ήσουν ζυγισμένος, -η
είχατε ζυγιστεί
ήσαστε ζυγισμένοι, -ες
είχε ζυγίσει
είχε ζυγισμένο
είχαν ζυγίσει
είχαν ζυγισμένο
είχε ζυγιστεί
ήταν ζυγισμένος, -η, -ο
είχαν ζυγιστεί
ήταν ζυγισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζυγίζωθα ζυγίζουμε, θα ζυγίζομεθα ζυγίζομαιθα ζυγιζόμαστε
θα ζυγίζειςθα ζυγίζετεθα ζυγίζεσαιθα ζυγίζεστε, θα ζυγιζόσαστε
θα ζυγίζειθα ζυγίζουν(ε)θα ζυγίζεταιθα ζυγίζονται
Fut
ur
θα ζυγίσωθα ζυγίσουμε, θα ζυγίζομεθα ζυγιστώθα ζυγιστούμε
θα ζυγίσειςθα ζυγίσετεθα ζυγιστείςθα ζυγιστείτε
θα ζυγίσειθα ζυγίσουν(ε)θα ζυγιστείθα ζυγιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζυγίσει
θα έχω ζυγισμένο
θα έχουμε ζυγίσει
θα έχουμε ζυγισμένο
θα έχω ζυγιστεί
θα είμαι ζυγισμένος, -η
θα έχουμε ζυγιστεί
θα είμαστε ζυγισμένοι, -ες
θα έχεις ζυγίσει
θα έχεις ζυγισμένο
θα έχετε ζυγίσει
θα έχετε ζυγισμένο
θα έχεις ζυγιστεί
θα είσαι ζυγισμένος, -η
θα έχετε ζυγιστεί
θα είστε ζυγισμένοι, -ες
θα έχει ζυγίσει
θα έχει ζυγισμένο
θα έχουν ζυγίσει
θα έχουν ζυγισμένο
θα έχει ζυγιστεί
θα είναι ζυγισμένος, -η, -ο
θα έχουν ζυγιστεί
θα είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζυγίζωνα ζυγίζουμε, να ζυγίζομενα ζυγίζομαινα ζυγιζόμαστε
να ζυγίζειςνα ζυγίζετενα ζυγίζεσαινα ζυγίζεστε, να ζυγιζόσαστε
να ζυγίζεινα ζυγίζουν(ε)να ζυγίζεταινα ζυγίζονται
Aoristνα ζυγίσωνα ζυγίσουμε, να ζυγίσομενα ζυγιστώνα ζυγιστούμε
να ζυγίσειςνα ζυγίσετενα ζυγιστείςνα ζυγιστείτε
να ζυγίσεινα ζυγίσουν(ε)να ζυγιστείνα ζυγιστούν(ε)
Perfνα έχω ζυγίσει
να έχω ζυγισμένο
να έχουμε ζυγίσει
να έχουμε ζυγισμένο
να έχω ζυγιστεί
να είμαι ζυγισμένος, -η
να έχουμε ζυγιστεί
να είμαστε ζυγισμένοι, -ες
να έχεις ζυγίσει
να έχεις ζυγισμένο
να έχετε ζυγίσει
να έχετε ζυγισμένο
να έχεις ζυγιστεί
να είσαι ζυγισμένος, -η
να έχετε ζυγιστεί
να είστε ζυγισμένοι, -ες
να έχει ζυγίσει
να έχει ζυγισμένο
να έχουν ζυγίσει
να έχουν ζυγισμένο
να έχει ζυγιστεί
να είναι ζυγισμένος, -η, -ο
να έχουν ζυγιστεί
να είναι ζυγισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presζύγιζεζυγίζετεζυγίζεστε
Aoristζύγισεζυγίστεζυγίσουζυγιστείτε
Part
izip
Presζυγίζονταςζυγιζόμενος
Perfέχοντας ζυγίσει, έχοντας ζυγισμένοζυγισμένος, -η, -οζυγισμένοι, -ες, -α
InfinAoristζυγίσειζυγιστεί



Person Wortform
Präsens ich wiege
du wiegst
er, sie, es wiegt
Präteritum ich wog
Konjunktiv II ich wöge
Imperativ Singular wieg!
wiege!
Plural wiegt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewogen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:wiegen








Griechische Definition zu ζυγίζω

ζυγίζω [zijízo] -ομαι : 1α. μετρώ το βάρος ενός σώματος με ζυγαριά: ζυγίζω το κρέας / τα φρούτα / ένα δέμα / τις αποσκευές μου. || (παθ.) μετρώ το βάρος μου σε ζυγαριά: Έχω καιρό να ζυγιστώ. β. ζυγίζω κτ. με το χέρι / με το μάτι, υπολογίζω κατά προσέγγιση το βάρος του σηκώνοντάς το ή παρατηρώντας το. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ζυγίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15