βαραίνω  Verb  [vareno, barainw]

Ähnliche Bedeutung wie βαραίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βαραίνω

... στρατηγικής όσο και από διπλωματικής απόψεως η απελευθέρωση της Αθήνας βάραινε στην έκβαση του αγώνα αλλά και στην προώθηση του απαο για ανεξαρτησία και ...

... ήταν ανήλικος, ο Πάτροκλος έπρεπε να φύγει από τον τόπο του, γιατί τον βάραινε το αίμα του νεκρού. Έτσι ο πατέρας του τον έφερε στον Πηλέα, που τον ανέθρεψε ...

... Εκεί βρήκε το θάνατο από το σπαθί του Μίλωνα, ενός άνδρα που ήδη τον βάραινε το αμάρτημα της μητροκτονίας. Με το θάνατό της έσβησε η Δυναστεία των Αιακιδών ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schwerer werden

... Schwerer Raub bezeichnet: Raub (Deutschland) #Schwerer Raub, § 250 StGB Raub (Österreich) #Schwerer RaubSiehe auch: Raub (Schweiz) ...

... waren, beginnend mit der Furutaka-Klasse, ab 1922 bereits mehrere Klassen Schwerer Kreuzer gebaut worden. Unter den Beschränkungen der Flottenverträge von ...

... auch: Die Schwestern (Jakob Wassermann 1906) Drei Schwestern (Begriffsklärung) Sieben Schwestern (Begriffsklärung) Kleine Schwestern (Begriffsklärung) ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΑΡΑΙΝΩ
I burden
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βαραίνωβαραίνουμε, βαραίνομε
βαραίνειςβαραίνετε
βαραίνειβαραίνουν(ε)
Imper
fekt
βάραιναβαραίναμε
βάραινεςβαραίνατε
βάραινεβάραιναν, βαραίναν(ε)
Aoristβάρυναβαρύναμε
βάρυνεςβαρύνατε
βάρυνεβάρυναν, βαρύναν(ε)
Per
fect
έχω βαρύνειέχουμε βαρύνει
έχεις βαρύνειέχετε βαρύνει
έχει βαρύνειέχουν βαρύνει
Plu
per
fect
είχα βαρύνειείχαμε βαρύνει
είχες βαρύνειείχατε βαρύνει
είχε βαρύνειείχαν βαρύνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βαραίνωθα βαραίνουμε, θα βαραίνομε
θα βαραίνειςθα βαραίνετε
θα βαραίνειθα βαραίνουν(ε)
Fut
ur
θα βαρύνωθα βαρύνουμε, θα βαρύνομε
θα βαρύνειςθα βαρύνετε
θα βαρύνειθα βαρύνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βαρύνειθα έχουμε βαρύνει
θα έχεις βαρύνειθα έχετε βαρύνει
θα έχει βαρύνειθα έχουν βαρύνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βαραίνωνα βαραίνουμε, να βαραίνομε
να βαραίνειςνα βαραίνετε
να βαραίνεινα βαραίνουν(ε)
Aoristνα βαρύνωνα βαρύνουμε, να βαρύνομε
να βαρύνειςνα βαρύνετε
να βαρύνεινα βαρύνουν(ε)
Perfνα έχω βαρύνεινα έχουμε βαρύνει
να έχεις βαρύνεινα έχετε βαρύνει
να έχει βαρύνεινα έχουν βαρύνει
Imper
ativ
Presβάραινεβαραίνετε
Aoristβάρυνεβαρύνετε
Part
izip
Presβαραίνοντας
Perfέχοντας βαρύνει
InfinAoristβαρύνει





Person Wortform
Präsens ich wiege
du wiegst
er, sie, es wiegt
Präteritum ich wog
Konjunktiv II ich wöge
Imperativ Singular wieg!
wiege!
Plural wiegt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewogen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:wiegen


Griechische Definition zu βαραίνω

βαραίνω [varéno] .4α : 1. πιέζω κπ. ή κτ. με το βάρος μου: Tον βάραινε το φορτίο που κουβαλούσε. Mε βαραίνουν αυτά τα ρούχα, θα τα βγάλω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βαραίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15