zunehmen
  Verb

βαραίνω  Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.

Deutsche Synonyme zu zunehmen

  • stärker werden
  • (sich) vertiefen
  • (sich) verstärken
  • zunehmen

Ähnliche Wörter zu zunehmen


Grammatik




ΒΑΡΑΙΝΩ
I burden
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βαραίνωβαραίνουμε, βαραίνομε
βαραίνειςβαραίνετε
βαραίνειβαραίνουν(ε)
Imper
fekt
βάραιναβαραίναμε
βάραινεςβαραίνατε
βάραινεβάραιναν, βαραίναν(ε)
Aoristβάρυναβαρύναμε
βάρυνεςβαρύνατε
βάρυνεβάρυναν, βαρύναν(ε)
Per
fect
έχω βαρύνειέχουμε βαρύνει
έχεις βαρύνειέχετε βαρύνει
έχει βαρύνειέχουν βαρύνει
Plu
per
fect
είχα βαρύνειείχαμε βαρύνει
είχες βαρύνειείχατε βαρύνει
είχε βαρύνειείχαν βαρύνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βαραίνωθα βαραίνουμε, θα βαραίνομε
θα βαραίνειςθα βαραίνετε
θα βαραίνειθα βαραίνουν(ε)
Fut
ur
θα βαρύνωθα βαρύνουμε, θα βαρύνομε
θα βαρύνειςθα βαρύνετε
θα βαρύνειθα βαρύνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βαρύνειθα έχουμε βαρύνει
θα έχεις βαρύνειθα έχετε βαρύνει
θα έχει βαρύνειθα έχουν βαρύνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βαραίνωνα βαραίνουμε, να βαραίνομε
να βαραίνειςνα βαραίνετε
να βαραίνεινα βαραίνουν(ε)
Aoristνα βαρύνωνα βαρύνουμε, να βαρύνομε
να βαρύνειςνα βαρύνετε
να βαρύνεινα βαρύνουν(ε)
Perfνα έχω βαρύνεινα έχουμε βαρύνει
να έχεις βαρύνεινα έχετε βαρύνει
να έχει βαρύνεινα έχουν βαρύνει
Imper
ativ
Presβάραινεβαραίνετε
Aoristβάρυνεβαρύνετε
Part
izip
Presβαραίνοντας
Perfέχοντας βαρύνει
InfinAoristβαρύνει


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback