προτιμώ  Verb  [protimo, protimw]

Ähnliche Bedeutung wie προτιμώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu προτιμώ

προτιμώμαι


Beispielsätze προτιμώ

... Όσον αφορά εμένα, προτιμώ το κοτόπουλο από το χοιρινό. ...

... Η πίστη μπορεί να κινήσει τα βουνά, αλλά προτιμώ τη δυναμίτιδα. ...

... Σήμερα δεν αισθάνομαι καλά και προτιμώ να μείνω στο σπίτι. ...

Quelle: mululatv, Tempoacc, turklehceleri


Beispielsätze lieber haben

... Elf Jahre nach der Scheidung von Werner ist ihre Liebe zu ihm wieder entfacht und die beiden haben mittlerweile zum zweiten Mal geheiratet. Charlotte ...

... Stan Lee (* 28. Dezember 1922 in New York; geboren als Stanley Martin Lieber) ist ein US-amerikanischer Comicautor und -redakteur. Zusammen mit Zeichnern ...

... Lieber ist der Familienname folgender Personen: August Lieber (Maler) (1828–1850), deutscher Maler und Radierer August Lieber (Dichter) (1847–1918) ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΟΤΙΜΩ
I prefer
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προτιμάω, προτιμώπροτιμάμε, προτιμούμεπροτιμιέμαι, προτιμώμαιπροτιμιόμαστε, προτιμόμαστε, προτιμώμεθα
προτιμάςπροτιμάτεπροτιμιέσαι, προτιμάσαιπροτιμιέστε, προτιμιόσαστε, προτιμάστε, προτιμάσθε
προτιμάει, προτιμάπροτιμάν(ε), προτιμούν(ε)προτιμιέται, προτιμάταιπροτιμιούνται, προτιμιόνται, προτιμώνται
Imper
fekt
προτιμούσα, προτίμαγαπροτιμούσαμε, προτιμάγαμεπροτιμιόμουν(α)προτιμιόμαστε, προτιμιόμασταν
προτιμούσες, προτίμαγεςπροτιμούσατε, προτιμάγατεπροτιμιόσουν(α)προτιμιόσαστε, προτιμιόσασταν
προτιμούσε, προτίμαγεπροτιμούσαν(ε), προτίμαγαν, προτιμάγανεπροτιμιόταν(ε)προτιμιόνταν(ε), προτιμιούνταν, προτιμιόντουσαν
Aoristπροτίμησαπροτιμήσαμεπροτιμήθηκαπροτιμηθήκαμε
προτίμησεςπροτιμήσατεπροτιμήθηκεςπροτιμηθήκατε
προτίμησεπροτίμησαν, προτιμήσαν(ε)προτιμήθηκεπροτιμήθηκαν, προτιμηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω προτιμήσειέχουμε προτιμήσειέχω προτιμηθείέχουμε προτιμηθεί
έχεις προτιμήσειέχετε προτιμήσειέχεις προτιμηθείέχετε προτιμηθεί
έχει προτιμήσειέχουν προτιμήσειέχει προτιμηθείέχουν προτιμηθεί
Plu
perf
ekt
είχα προτιμήσειείχαμε προτιμήσειείχα προτιμηθείείχαμε προτιμηθεί
είχες προτιμήσειείχατε προτιμήσειείχες προτιμηθείείχατε προτιμηθεί
είχε προτιμήσειείχαν προτιμήσειείχε προτιμηθείείχαν προτιμηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προτιμάω, θα προτιμώθα προτιμάμε, θα προτιμούμεθα προτιμιέμαι, θα προτιμώμαιθα προτιμιόμαστε, θα προτιμόμαστε, θα προτιμώμεθα
θα προτιμάςθα προτιμάτεθα προτιμιέσαι, θα προτιμάσαιθα προτιμιέστε, θα προτιμιόσαστε, θα προτιμάστε, θα προτιμάσθε
θα προτιμάει, θα προτιμάθα προτιμάν(ε), θα προτιμούν(ε)θα προτιμιέται, θα προτιμάταιθα προτιμιούνται, θα προτιμιόνται, θα προτιμώνται
Fut
ur
θα προτιμήσωθα προτιμήσουμε, θα προτιμήσομεθα προτιμηθώθα προτιμηθούμε
θα προτιμήσειςθα προτιμήσετεθα προτιμηθείςθα προτιμηθείτε
θα προτιμήσειθα προτιμήσουν(ε)θα προτιμηθείθα προτιμηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προτιμήσειθα έχουμε προτιμήσειθα έχω προτιμηθείθα έχουμε προτιμηθεί
θα έχεις προτιμήσειθα έχετε προτιμήσειθα έχεις προτιμηθείθα έχετε προτιμηθεί
θα έχει προτιμήσειθα έχουν προτιμήσειθα έχει προτιμηθείθα έχουν προτιμηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προτιμάω, να προτιμώνα προτιμάμε, να προτιμούμενα προτιμιέμαι, να προτιμώμαινα προτιμιόμαστε, να προτιμόμαστε, να προτιμώμεθα
να προτιμάςνα προτιμάτενα προτιμιέσαι, να προτιμάσαινα προτιμιέστε, να προτιμιόσαστε, να προτιμάστε, να προτιμάσθε
να προτιμάει, να προτιμάνα προτιμάν(ε), να προτιμούν(ε)να προτιμιέται, να προτιμάταινα προτιμιούνται, να προτιμιόνται, να προτιμώνται
Aoristνα προτιμήσωνα προτιμήσουμε, να προτιμήσομενα προτιμηθώνα προτιμηθούμε
να προτιμήσειςνα προτιμήσετενα προτιμηθείςνα προτιμηθείτε
να προτιμήσεινα προτιμήσουν(ε)να προτιμηθείνα προτιμηθούν(ε)
Perfνα έχω προτιμήσεινα έχουμε προτιμήσεινα έχω προτιμηθείνα έχουμε προτιμηθεί
να έχεις προτιμήσεινα έχετε προτιμήσεινα έχεις προτιμηθείνα έχετε προτιμηθεί
να έχει προτιμήσεινα έχουν προτιμήσεινα έχει προτιμηθείνα έχουν προτιμηθεί
Imper
ativ
Presπροτίμα, προτίμαγεπροτιμάτεπροτιμιέστε, προτιμάστε, προτιμάσθε
Aoristπροτίμησε, προτίμαπροτιμήστεπροτιμήσουπροτιμηθείτε
Part
izip
Presπροτιμώνταςπροτιμώμενος
Perfέχοντας προτιμήσει
InfinAoristπροτιμήσειπροτιμηθεί








Griechische Definition zu προτιμώ

προτιμώ [protimó] & -άω, -ιέμαι μπε. προτιμώμενος : θεωρώ ότι κάποιος ή κτ. είναι καλύτερο(ς) ή πιο κατάλληλο(ς) από κπ. ή από κτ. άλλο. α. για κπ. που θεωρώ ότι έχει περισσότερα προσόντα ή λιγότερα ελαττώματα και αδυναμίες από κπ. άλλο: Θα προτιμηθούν οι υποψήφιοι που γνωρίζουν ξένες γλώσσες. προτιμώ να είναι κάποιος αγενής παρά υποκριτής. προτιμώ τις ξανθές από τις μελαχρινές, μου αρέσουν περισσότερο. || Nα μας προτιμήσετε / θα σας προτιμήσουμε, την επιχείρηση ή το κατάστημα που διαθέτει προϊόντα που θα πρέπει να προτιμήσει ο καταναλωτής. β. για κτ. που θεωρώ ότι έχει περισσότερα πλεονεκτήματα ή λιγότερα μειονεκτήματα από κτ. άλλο ή ότι ικανοποιεί μια ανάγκη ή μια επιθυμία μου καλύτερα από κτ. άλλο: προτιμώ το βουνό από τη θάλασσα / το κρύο από τη ζέστη. Προτίμησαν το θάνατο από τη δουλεία. προτιμώ να μείνω σήμερα στο σπίτι. Tι προτιμάτε (να σας προσφέρω) τσάι ή καφέ; (απόλ.) Όπως προτιμάτε, όπως θέλετε.

[λόγ. < αρχ. προτιμῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προτιμώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15