προτιμώ Verb  [protimo, protimw]

  Verb
(27)
  Verb
(10)
(1)
  Verb
(0)
(0)

Etymologie zu προτιμώ

προτιμώ Katharevousa προτιμῶ altgriechisch προτιμάω-ῶ


GriechischDeutsch
Αντί να χρησιμοποιώ τη λέξη "διεύρυνση" προτιμώ να μιλώ για επανένωση, γιατί θεωρώ πως έχει μια πολύ πιο ισχυρή πολιτική σημασία.Ich würde diesem Wort "Erweiterung " allerdings ein anderes vorziehen und eher von Wiedervereinigung sprechen, weil dies mir eine viel stärkere politische Bedeutung zu haben scheint.

Übersetzung bestätigt

Σε αντίθεση με αυτούς, χαίρομαι που η Εξωτερική Υπηρεσία θα παραμένει εκτός της Επιτροπής. " εξωτερική πολιτική αποτελεί κυρίως αρμοδιότητα των κρατών μελών και, ακόμα και αν "εξευρωπαϊσθεί", προτιμώ το κλίμα του Συμβουλίου από εκείνο της Επιτροπής.Anders als diese bin ich allerdings froh, dass der Auswärtige Dienst außerhalb der Kommission verbleiben soll. Die Außenpolitik ist vordergründig eine Aufgabe der Mitgliedstaaten, und sollte diese dennoch europäisiert werden, würde ich das Klima des Rates dem der Kommission vorziehen.

Übersetzung bestätigt

Εγώ προτιμώ να λέω ότι η κοινή γεωργική πολιτική θα πρέπει να κινηθεί περισσότερο προς μια κατάσταση όπου θα διατίθεται βοήθεια στα άτομα που προσφέρουν κάτι για το κοινό καλό.Ich würde es vorziehen, dass wir die Gemeinsame Agrarpolitik künftig so gestalten, dass für diejenigen Hilfen zur Verfügung stehen, die etwas zum Wohle aller beitragen.

Übersetzung bestätigt

Θα αντιληφθείτε λοιπόν ότι στην υπόθεση αυτή εξέτασα τις διάφορες πολιτικές δυνατότητες και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι προτιμώ να εγκριθεί μια πρόταση, έστω και εάν δεν είναι ίσως τόσο ικανοποιητική όσο θα επιθυμούσε κανείς από άποψης ευημερίας των ζώων.Also werden Sie verstehen, daß ich in dieser Sache die verschiedenen politischen Möglichkeiten in Betracht gezogen habe, und daß meine Erwägungen darauf hinauslaufen, daß ich es vorziehen würde, einen Vorschlag durchzusetzen, selbst wenn er nicht ganz das ist, was man sich aus der Sicht des Tierschutzes wünschen würde.

Übersetzung bestätigt

Τη στιγμή αυτή, αντί να αναπτύξω το ζήτημα και την ουσία του, προτιμώ να γίνει εκμετάλλευση του περισσότερου χρόνου που διαθέτουμε για προβληματισμό, να παραπεμφθεί η έκθεση στην επιτροπή και στη συνέχεια να συζητηθεί εδώ με προτάσεις αποδεκτές και από τα δύο όργανα.Anstatt an dieser Stelle die Sache und den Kern darzulegen, würde ich es vorziehen, darüber noch etwas nachzudenken, den Bericht an den Ausschuß zurückzuverweisen und dann hierher mit einem Bericht zurückzukommen, der für beide Institutionen akzeptabel ist.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu προτιμώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προτιμάω, προτιμώπροτιμάμε, προτιμούμεπροτιμιέμαι, προτιμώμαιπροτιμιόμαστε, προτιμόμαστε, προτιμώμεθα
προτιμάςπροτιμάτεπροτιμιέσαι, προτιμάσαιπροτιμιέστε, προτιμιόσαστε, προτιμάστε, προτιμάσθε
προτιμάει, προτιμάπροτιμάν(ε), προτιμούν(ε)προτιμιέται, προτιμάταιπροτιμιούνται, προτιμιόνται, προτιμώνται
Imper
fekt
προτιμούσα, προτίμαγαπροτιμούσαμε, προτιμάγαμεπροτιμιόμουν(α)προτιμιόμαστε, προτιμιόμασταν
προτιμούσες, προτίμαγεςπροτιμούσατε, προτιμάγατεπροτιμιόσουν(α)προτιμιόσαστε, προτιμιόσασταν
προτιμούσε, προτίμαγεπροτιμούσαν(ε), προτίμαγαν, προτιμάγανεπροτιμιόταν(ε)προτιμιόνταν(ε), προτιμιούνταν, προτιμιόντουσαν
Aoristπροτίμησαπροτιμήσαμεπροτιμήθηκαπροτιμηθήκαμε
προτίμησεςπροτιμήσατεπροτιμήθηκεςπροτιμηθήκατε
προτίμησεπροτίμησαν, προτιμήσαν(ε)προτιμήθηκεπροτιμήθηκαν, προτιμηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω προτιμήσειέχουμε προτιμήσειέχω προτιμηθείέχουμε προτιμηθεί
έχεις προτιμήσειέχετε προτιμήσειέχεις προτιμηθείέχετε προτιμηθεί
έχει προτιμήσειέχουν προτιμήσειέχει προτιμηθείέχουν προτιμηθεί
Plu
perf
ekt
είχα προτιμήσειείχαμε προτιμήσειείχα προτιμηθείείχαμε προτιμηθεί
είχες προτιμήσειείχατε προτιμήσειείχες προτιμηθείείχατε προτιμηθεί
είχε προτιμήσειείχαν προτιμήσειείχε προτιμηθείείχαν προτιμηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προτιμάω, θα προτιμώθα προτιμάμε, θα προτιμούμεθα προτιμιέμαι, θα προτιμώμαιθα προτιμιόμαστε, θα προτιμόμαστε, θα προτιμώμεθα
θα προτιμάςθα προτιμάτεθα προτιμιέσαι, θα προτιμάσαιθα προτιμιέστε, θα προτιμιόσαστε, θα προτιμάστε, θα προτιμάσθε
θα προτιμάει, θα προτιμάθα προτιμάν(ε), θα προτιμούν(ε)θα προτιμιέται, θα προτιμάταιθα προτιμιούνται, θα προτιμιόνται, θα προτιμώνται
Fut
ur
θα προτιμήσωθα προτιμήσουμε, θα προτιμήσομεθα προτιμηθώθα προτιμηθούμε
θα προτιμήσειςθα προτιμήσετεθα προτιμηθείςθα προτιμηθείτε
θα προτιμήσειθα προτιμήσουν(ε)θα προτιμηθείθα προτιμηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προτιμήσειθα έχουμε προτιμήσειθα έχω προτιμηθείθα έχουμε προτιμηθεί
θα έχεις προτιμήσειθα έχετε προτιμήσειθα έχεις προτιμηθείθα έχετε προτιμηθεί
θα έχει προτιμήσειθα έχουν προτιμήσειθα έχει προτιμηθείθα έχουν προτιμηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προτιμάω, να προτιμώνα προτιμάμε, να προτιμούμενα προτιμιέμαι, να προτιμώμαινα προτιμιόμαστε, να προτιμόμαστε, να προτιμώμεθα
να προτιμάςνα προτιμάτενα προτιμιέσαι, να προτιμάσαινα προτιμιέστε, να προτιμιόσαστε, να προτιμάστε, να προτιμάσθε
να προτιμάει, να προτιμάνα προτιμάν(ε), να προτιμούν(ε)να προτιμιέται, να προτιμάταινα προτιμιούνται, να προτιμιόνται, να προτιμώνται
Aoristνα προτιμήσωνα προτιμήσουμε, να προτιμήσομενα προτιμηθώνα προτιμηθούμε
να προτιμήσειςνα προτιμήσετενα προτιμηθείςνα προτιμηθείτε
να προτιμήσεινα προτιμήσουν(ε)να προτιμηθείνα προτιμηθούν(ε)
Perfνα έχω προτιμήσεινα έχουμε προτιμήσεινα έχω προτιμηθείνα έχουμε προτιμηθεί
να έχεις προτιμήσεινα έχετε προτιμήσεινα έχεις προτιμηθείνα έχετε προτιμηθεί
να έχει προτιμήσεινα έχουν προτιμήσεινα έχει προτιμηθείνα έχουν προτιμηθεί
Imper
ativ
Presπροτίμα, προτίμαγεπροτιμάτεπροτιμιέστε, προτιμάστε, προτιμάσθε
Aoristπροτίμησε, προτίμαπροτιμήστεπροτιμήσουπροτιμηθείτε
Part
izip
Presπροτιμώνταςπροτιμώμενος
Perfέχοντας προτιμήσει
InfinAoristπροτιμήσειπροτιμηθεί









Griechische Definition zu προτιμώ

προτιμώ [protimó] & -άω, -ιέμαι μπε. προτιμώμενος : θεωρώ ότι κάποιος ή κτ. είναι καλύτερο(ς) ή πιο κατάλληλο(ς) από κπ. ή από κτ. άλλο. α. για κπ. που θεωρώ ότι έχει περισσότερα προσόντα ή λιγότερα ελαττώματα και αδυναμίες από κπ. άλλο: Θα προτιμηθούν οι υποψήφιοι που γνωρίζουν ξένες γλώσσες. προτιμώ να είναι κάποιος αγενής παρά υποκριτής. προτιμώ τις ξανθές από τις μελαχρινές, μου αρέσουν περισσότερο. || Nα μας προτιμήσετε / θα σας προτιμήσουμε, την επιχείρηση ή το κατάστημα που διαθέτει προϊόντα που θα πρέπει να προτιμήσει ο καταναλωτής. β. για κτ. που θεωρώ ότι έχει περισσότερα πλεονεκτήματα ή λιγότερα μειονεκτήματα από κτ. άλλο ή ότι ικανοποιεί μια ανάγκη ή μια επιθυμία μου καλύτερα από κτ. άλλο: προτιμώ το βουνό από τη θάλασσα / το κρύο από τη ζέστη. Προτίμησαν το θάνατο από τη δουλεία. προτιμώ να μείνω σήμερα στο σπίτι. Tι προτιμάτε (να σας προσφέρω) τσάι ή καφέ; (απόλ.) Όπως προτιμάτε, όπως θέλετε.

[λόγ. < αρχ. προτιμῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback