προβαίνω  Verb  [proveno, probainw]

Ähnliche Bedeutung wie προβαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze προβαίνω

... Ιακώβου αυξήθηκε και τα μέλη των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων άρχισαν να προβαίνουν σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Παράλληλα κατατέθηκε μήνυση (εκκλησιαστικού ...

... κύριο διασκεπτικό όργανο του ΟΗΕ έχοντας το δικαίωμα να συζητεί και να προβαίνει σε συστάσεις επί διαφόρων θεμάτων που περιλαμβάνονται στον Καταστατικό ...

... τις πύλες τους. Η ιωνική πόλη της Μιλήτου αψηφά τον Αλέξανδρο, ο οποίος προβαίνει σε πολιορκία της πόλης. Ο Αλέξανδρος ο Μέγας αποδέχεται την παράδοση της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vornehmen

... Der alte Mann hatte einen vornehmen Gesichtsausdruck. ...

... Wir haben auch Amputationen vorgenommen. Wir haben sie vornehmen müssen. ...

... Norwegen ist eine konstitutionelle Monarchie. Dies bedeutet, dass der König keine eigenständigen politischen Handlungen vornehmen kann. Er ist das formelle Staatsoberhaupt, hat jedoch hauptsächlich repräsentative und zeremonielle Aufgaben. ...

Quelle: xtofu80, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΠΡΟΒΑΙΝΩ
I advance
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προβαίνωπροβαίνουμε, προβαίνομε
προβαίνειςπροβαίνετε
προβαίνειπροβαίνουν(ε)
Imper
fekt
προέβαιναπροβαίναμε
προέβαινεςπροβαίνατε
προέβαινεπροέβαιναν, προβαίναν(ε)
Aoristπροέβηκαπροβήκαμε
προέβηκεςπροβήκατε
προέβηκε, προέβηπροβήκανε, προέβησαν
Per
fect
έχω προβείέχουμε προβεί
έχεις προβείέχετε προβεί
έχει προβείέχουν προβεί
Plu
per
fect
είχα προβείείχαμε προβεί
είχες προβείείχατε προβεί
είχε προβείείχαν προβεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προβαίνωθα προβαίνουμε, θα προβαίνομε
θα προβαίνειςθα προβαίνετε
θα προβαίνειθα προβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα προβώθα προβούμε, θα προβόμε
θα προβείςθα προβέτε
θα προβείθα προβούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προβείθα έχουμε προβεί
θα έχεις προβείθα έχετε προβεί
θα έχει προβείθα έχουν προβεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προβαίνωνα προβαίνουμε, να προβαίνομε
να προβαίνειςνα προβαίνετε
να προβαίνεινα προβαίνουν(ε)
Aoristνα προβώνα προβούμε, να προβόμε
να προβείςνα προβέτε
να προβείνα προβούν(ε)
Perfνα έχω προβείνα έχουμε προβεί
να έχεις προβείνα έχετε προβεί
να έχει προβείνα έχουν προβεί
Imper
ativ
Presπροέβαινεπροβαίνετε
Aoristπροβείτε
Part
izip
Presπροβαίνοντας
Perfέχοντας προβεί
InfinAoristπροβεί






Griechische Definition zu προβαίνω

προβαίνω [provéno] Ρ αόρ. γ' πρόσ. προέβη, προέβησαν, απαρέμφ. προβεί : (λόγ., με την πρόθ. σε) αρχίζω, προχωρώ στην εκτέλεση κάποιων ενεργειών: H κυβέρνηση προέβη σε διάβημα διαμαρτυρίας. H αστυνομία θα προβεί σε συλλήψεις υπόπτων. Παρακαλούμε να προβείτε στις απαραίτητες ενέργειες για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης.

[λόγ. < αρχ. προβαίνω `προχωρώ΄ σημδ. αγγλ. proceed]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προβαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15