πηγαίνω  

  • gehen
    upvotedownvote
  • ich gehe
    upvotedownvote

Beispielsätze

Μερικές φορές πηγαίνω, μερικές όχι.

Το πρωί πηγαίνω στο σχολείο στις οκτώ.

Δεν πηγαίνω μόνος σινεμά, διότι μετά την ταινία μου αρέσει να μιλάω γι' αυτήν με κάποιον.

Quelle: glavkos, learngreek, mululatv


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

pigeno, pijeno, phgainw


Deutsche Synonyme zu: πηγαίνω

(es) tun klappen funzen funktionieren laufen gehen funktionuckeln latschen zu Fuß laufen zu Fuß gehen einen Fuß vor den anderen setzen in Betracht kommen möglich sein zur Debatte stehen zur Diskussion stehen in Frage kommen drin sein (sich) machen lassen machbar sein infrage kommen über die Klinge springen (lassen) abtreten sein Leben aushauchen in die Grube fahren ableben den Geist aufgeben sterben den Tod erleiden seinen Geist aufgeben seinen Geist aushauchen dahinscheiden sein Leben lassen fallen ins Gras beißen dahingehen das Zeitliche segnen davongehen entschlafen sanft entschlafen von uns gehen verscheiden versterben von der Bühne des Lebens abtreten verdämmern erlöschen uns verlassen draußen bleiben (seine) letzte Fahrt antreten in die ewigen Jagdgründe eingehen seinen letzten Gang gehen (jemandes) letztes Stündlein hat geschlagen dran glauben (müssen) in den letzten Zügen liegen dahingerafft werden (von) (die) Augen für immer schließen (den) Weg allen Fleisches gehen (die) Reihen lichten sich wegsterben die Hufe hochreißen vor seinen Richter treten vor seinen Schöpfer treten (jemandem) schlägt die Stunde (seinen) Abschied nehmen (ein Unternehmen) verlassen weggehen kündigen künden aufhören (bei) was Besseres finden seinen Hut nehmen (den Kram) hinschmeißen (den) Job an den Nagel hängen (sich) was anderes suchen (den) Bettel hinschmeißen (den) Dienst quittieren ausscheiden in den Sack hauen das Handtuch werfen (sein) Bündel schnüren (eine) neue Herausforderung suchen (Bewerbungssprache) (sein) Büro räumen (sich) entfernen verschwinden abhauen (sich) davon machen (sich) zurückziehen enteilen (sich) rausscheren (einen) Rückzieher machen (sich) von dannen machen abzischen abschwirren abdackeln (sich) in Luft auflösen abziehen (sich) absentieren auf und davon gehen abdampfen plötzlich weg sein entfleuchen (sich) schleichen davonziehen (sich) retirieren (sich) selbständig machen abschieben fortstreben (ganz) akzeptabel sein (ganz) okay sein einigermaßen sein nicht schlecht (sein)


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
πάει
μετοχή (ενεστώτας)
πηγαίνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πηγαίνω
πάω
πηγαίνεις
πας
πηγαίνει
πάει
πηγαίνο(υ)με
πάμε
πηγαίνετε
πάτε
πηγαίνουν(ε)
πάν(ε)
παρατατικός πήγαινα πήγαινες πήγαινε πηγαίναμε πηγαίνατε πήγαιναν
αόριστος πήγα πήγες πήγε πήγαμε πήγατε πήγαν(ε}
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα πηγαίνω θα πηγαίνεις θα πηγαίνει θα πηγαίνο(υ)με θα πηγαίνετε θα πηγαίνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα πάω θα πας θα πάει θα πάμε θα πάτε θα πάν(ε)
παρακείμενος α' έχω πάει έχεις πάει έχει πάει έχο(υ)με πάει έχετε πάει έχουν(ε) πάει
υπερσυντέλικος α' είχα πάει είχες πάει είχε πάει είχαμε πάει είχατε πάει είχαν(ε) πάει
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω πάει θα έχεις πάει θα έχει πάει θα έχο(υ)με πάει θα έχετε πάει θα έχουν(ε) πάει
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να πηγαίνω
να πάω
να πηγαίνεις
να πας
να πηγαίνει
να πάει
να πηγαίνο(υ)με
να πάμε
να πηγαίνετε
να πάτε
να πηγαίνουν(ε)
να πάν(ε)
αόριστος να πάω να πας να πάει να πάμε να πάτε να πάν(ε)
παρακείμενος α' να έχω πάει να έχεις πάει να έχει πάει να έχο(υ)με πάει να έχετε πάει να έχουν(ε) πάει
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πήγαινε πηγαίνετε
αόριστος (πάνε) πάτε
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15