πηγάζω  Verb  [pigazo, pirazo, phgazw]

Ähnliche Bedeutung wie πηγάζω


Beispielsätze πηγάζω

... χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη ξεκινά από τα μέσα του 14ου αι. και καταλήγει στο 1580 περίπου. Ονομάζεται περίοδος της προετοιμασίας, γιατί η λογοτεχνία ...

... μεταξύ των οπαδών κυμαίνεται από μικρές αψιμαχίες μέχρι πολέμους που καταλήγουν σε τραγωδίες (όπως η τραγωδία του Χέιζελ). Οι τρεις προκριματικοί αγώνες ...

... σίγουρος για το ποιες ήταν ακριβώς αυτές οι χειρονομίες, ορισμένοι ειδικοί καταλήγουν πως υψωμένη γροθιά προς το νικητή και κατόπιν αντίχειρας προς τα πάνω ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausgehen

... Ich würde heute lieber ausgehen als zu Hause zu bleiben. ...

... Niemand weiß, wie die Sache ausgehen wird. ...

... Ich bin mir nicht sicher, ob ich zu Hause bleiben oder ausgehen soll. ...

Quelle: MUIRIEL, cost, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΠΗΓΑΖΩ
I rise from
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πηγάζωπηγάζουμε, πηγάζομε
πηγάζειςπηγάζετε
πηγάζειπηγάζουν(ε)
Imper
fekt
πήγαζαπηγάζαμε
πήγαζεςπηγάζατε
πήγαζεπήγαζαν, πηγάζαν(ε)
Aoristπήγασαπηγάσαμε
πήγασεςπηγάσατε
πήγασεπήγασαν, πηγάσαν(ε)
Per
fect
έχω πηγάσειέχουμε πηγάσει
έχεις πηγάσειέχετε πηγάσει
έχει πηγάσειέχουν πηγάσει
Plu
per
fect
είχα πηγάσειείχαμε πηγάσει
είχες πηγάσειείχατε πηγάσει
είχε πηγάσειείχαν πηγάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πηγάζωθα πηγάζουμε, θα πηγάζομε
θα πηγάζειςθα πηγάζετε
θα πηγάζειθα πηγάζουν(ε)
Fut
ur
θα πηγάσωθα πηγάσουμε, θα πηγάζομε
θα πηγάσειςθα πηγάσετε
θα πηγάσειθα πηγάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πηγάσειθα έχουμε πηγάσει
θα έχεις πηγάσειθα έχετε πηγάσει
θα έχει πηγάσειθα έχουν πηγάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πηγάζωνα πηγάζουμε, να πηγάζομε
να πηγάζειςνα πηγάζετε
να πηγάζεινα πηγάζουν(ε)
Aoristνα πηγάσωνα πηγάσουμε, να πηγάσομε
να πηγάσειςνα πηγάσετε
να πηγάσεινα πηγάσουν(ε)
Perfνα έχω πηγάσεινα έχουμε πηγάσει
να έχεις πηγάσεινα έχετε πηγάσει
να έχει πηγάσεινα έχουν πηγάσει
Imper
ativ
Presπήγαζεπηγάζετε
Aoristπήγασεπηγάστε
Part
izip
Presπηγάζοντας
Perfέχοντας πηγάσει
InfinAoristπηγάσει






Griechische Definition zu πηγάζω

πηγάζω [piγázo] .1α : 1. (για νερά) έχω την πηγή μου, αναβλύζω: Tο ποτάμι πηγάζει από το βουνό και χύνεται στη θάλασσα. Tο νερό πηγάζει μέσα από ένα βράχο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πηγάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15