περιφρονώ Verb  [perifrono, perifronw]

  Verb
(5)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu περιφρονώ

περιφρονώ altgriechisch περιφρονέω / περιφρονῶ περί + φρονέω / φρονῶ


GriechischDeutsch
Ποτέ δε σε περιφρονώ.Ich würde dich niemals verachten.

Übersetzung nicht bestätigt

Πρέπει να σε περιφρονώ τώρα.Fortan muss ich dich verachten.

Übersetzung nicht bestätigt

Αν σας περιφρονούσα θα ήταν σαν να περιφρονώ τον εαυτό μου.Würde ich Sie verachten, würde ich mich selbst verachten.

Übersetzung nicht bestätigt

Πάντα θα το περιφρονώ για την πράξη του.Und ich werde sie für diese Tat auf ewig verachten.

Übersetzung nicht bestätigt

Θα λες ότι περιφρονώ την επιτυχία αυτού που μας τρέφει.Nicht doch! Um mir wochenlang anzuhören, ich würde den Erfolg unseres Goldesels verachten!

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

Grammatik zu περιφρονώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περιφρονώπεριφρονούμεπεριφρονούμαιπεριφρονούμαστε
περιφρονείςπεριφρονείτεπεριφρονείσαιπεριφρονείστε
περιφρονείπεριφρονούν(ε)περιφρονείταιπεριφρονούνται
Imper
fekt
περιφρονούσαπεριφρονούσαμεπεριφρονούμουνπεριφρονούμαστε
περιφρονούσεςπεριφρονούσατε
περιφρονούσεπεριφρονούσαν(ε)περιφρονούνταν, περιφρονείτοπεριφρονούνταν, περιφρονούντο
Aoristπεριφρόνησαπεριφρονήσαμεπεριφρονήθηκαπεριφρονηθήκαμε
περιφρόνησεςπεριφρονήσατεπεριφρονήθηκεςπεριφρονηθήκατε
περιφρόνησεπεριφρόνησαν, περιφρονήσαν(ε)περιφρονήθηκεπεριφρονήθηκαν, περιφρονηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω περιφρονήσει
έχω περιφρονημένο
έχουμε περιφρονήσει
έχουμε περιφρονημένο
έχω περιφρονηθεί
είμαι περιφρονημένος, -η
έχουμε περιφρονηθεί
είμαστε περιφρονημένοι, -ες
έχεις περιφρονήσει
έχεις περιφρονημένο
έχετε περιφρονήσει
έχετε περιφρονημένο
έχεις περιφρονηθεί
είσαι περιφρονημένος, -η
έχετε περιφρονηθεί
είστε περιφρονημένοι, -ες
έχει περιφρονήσει
έχει περιφρονημένο
έχουν περιφρονήσει
έχουν περιφρονημένο
έχει περιφρονηθεί
είναι περιφρονημένος, -η, -ο
έχουν περιφρονηθεί
είναι περιφρονημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα περιφρονήσει
είχα περιφρονημένο
είχαμε περιφρονήσει
είχαμε περιφρονημένο
είχα περιφρονηθεί
ήμουν περιφρονημένος, -η
είχαμε περιφρονηθεί
ήμαστε περιφρονημένοι, -ες
είχες περιφρονήσει
είχες περιφρονημένο
είχατε περιφρονήσει
είχατε περιφρονημένο
είχες περιφρονηθεί
ήσουν περιφρονημένος, -η
είχατε περιφρονηθεί
ήσαστε περιφρονημένοι, -ες
είχε περιφρονήσει
είχε περιφρονημένο
είχαν περιφρονήσει
είχαν περιφρονημένο
είχε περιφρονηθεί
ήταν περιφρονημένος, -η, -ο
είχαν περιφρονηθεί
ήταν περιφρονημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περιφρονώθα περιφρονούμεθα περιφρονούμαιθα περιφρονούμαστε
θα περιφρονείςθα περιφρονείτεθα περιφρονείσαιθα περιφρονείστε
θα περιφρονείθα περιφρονούν(ε)θα περιφρονείταιθα περιφρονούνται
Fut
ur
θα περιφρονήσωθα περιφρονήσουμεθα περιφρονηθώθα περιφρονηθούμε
θα περιφρονήσειςθα περιφρονήσετεθα περιφρονηθείςθα περιφρονηθείτε
θα περιφρονήσειθα περιφρονήσουν(ε)θα περιφρονηθείθα περιφρονηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περιφρονήσει
θα έχω περιφρονημένο
θα έχουμε περιφρονήσει
θα έχουμε περιφρονημένο
θα έχω περιφρονηθεί
θα είμαι περιφρονημένος, -η
θα έχουμε περιφρονηθεί
θα είμαστε περιφρονημένοι, -ες
θα έχεις περιφρονήσει
θα έχεις περιφρονημένο
θα έχετε περιφρονήσει
θα έχετε περιφρονημένο
θα έχεις περιφρονηθεί
θα είσαι περιφρονημένος, -η
θα έχετε περιφρονηθεί
θα είστε περιφρονημένοι, -η
θα έχει περιφρονήσει
θα έχει περιφρονημένο
θα έχουν περιφρονήσει
θα έχουν περιφρονημένο
θα έχει περιφρονηθεί
θα είναι περιφρονημένος, -η, -ο
θα έχουν περιφρονηθεί
θα είναι περιφρονημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περιφρονώνα περιφρονούμενα περιφρονούμαινα περιφρονούμαστε
να περιφρονείςνα περιφρονείτενα περιφρονείσαινα περιφρονείστε
να περιφρονείνα περιφρονούν(ε)να περιφρονείταινα περιφρονούνται
Aoristνα περιφρονήσωνα περιφρονήσουμε, να περιφρονήσομενα περιφρονηθώνα περιφρονηθούμε
να περιφρονήσειςνα περιφρονήσετενα περιφρονηθείςνα περιφρονηθείτε
να περιφρονήσεινα περιφρονήσουν(ε)να περιφρονηθείνα περιφρονηθούν(ε)
Perfνα έχω περιφρονήσει
να έχω περιφρονημένο
να έχουμε περιφρονήσει
να έχουμε περιφρονημένο
να έχω περιφρονηθεί
να είμαι περιφρονημένος, -η
να έχουμε περιφρονηθεί
να είμαστε περιφρονημένοι, -ες
να έχεις περιφρονήσει
να έχεις περιφρονημένο
να έχετε περιφρονήσει
να έχετε περιφρονημένο
να έχεις περιφρονηθεί
να είσαι περιφρονημένος, -η
να έχετε περιφρονηθεί
να είστε περιφρονημένοι, -ες
να έχει περιφρονήσει
να έχει περιφρονημένο
να έχουν περιφρονήσει
να έχουν περιφρονημένο
να έχει περιφρονηθεί
να είναι περιφρονημένος, -η, -ο
να έχουν περιφρονηθεί
να είναι περιφρονημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπεριφρονείτεπεριφρονείστε
Aoristπεριφρόνησεπεριφρονήστε, περιφρονήσετεπεριφρονήσουπεριφρονηθείτε
Part
izip
Presπεριφρονώντας
Perfέχοντας περιφρονήσει, έχοντας περιφρονημένοπεριφρονημένος, -η, -οπεριφρονημένοι, -ες, -α
InfinAoristπεριφρονήσειπεριφρονηθεί











Griechische Definition zu περιφρονώ

περιφρονώ [perifronó] -ούμαι : θεωρώ ότι δεν αξίζει να έχω και να δείχνω εκτίμηση ή σεβασμό σε κπ. ή σε κτ.: περιφρονώ ένα πρόσωπο, θεωρώ ότι είναι γενικά κατώτερό μου και δείχνω πλήρη αδιαφορία ή παντελή έλλει ψη εκτίμησης ή σεβασμού: Ό,τι κι αν σου πει, μην απαντάς· περιφρόνησέ τον. περιφρονώ το χρήμα / τα πλούτη / τα αξιώματα, θεωρώ ότι δεν έχουν αξία, ότι δεν αξίζει να ενδιαφέρομαι γι΄ αυτά. || περιφρονώ κτ. κακό που με απειλεί κτλ., το αντιμετωπίζω με απόλυτη αδιαφορία, το αψηφώ: Περιφρονούν τον κίνδυνο. Περιφρονούν το θάνατο.

[λόγ. < αρχ. περιφρονῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback