περιλαβαίνω  Verb  [perilaveno, perilabainw]

Ähnliche Bedeutung wie περιλαβαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze aufnehmen

... Beim Auffinden von Drogen oder versteckten Sprengstoffen gibt es keine Technik, die es mit einer Hundenase aufnehmen kann. ...

... In den USA gibt es mehr Häftlinge, als die Gefängnisse aufnehmen können. Daher sind die Haftanstalten überfüllt. ...

... Gabeln und Stäbchen wurden beliebt, weil man damit leicht heißes Essen aufnehmen konnte. ...

Quelle: samueldora, Sudajaengi, Sudajaengi

Grammatik


ΠΕΡΙΛΑΒΑΙΝΩ
I put
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
περιλαβαίνω, perilambano">περιλαμβάνωπεριλαβαίνουμε, περιλαβαίνομε
περιλαβαίνειςπεριλαβαίνετε
περιλαβαίνειπεριλαβαίνουν(ε)
Imper
fekt
περιλάβαιναπεριλαβαίναμε
περιλάβαινεςπεριλαβαίνατε
περιλάβαινεπεριλάβαιναν, περιλαβαίναν(ε)
Aoristπερίλαβαπεριλάβαμε
περίλαβεςπεριλάβατε
περίλαβεπερίλαβαν, περιλάβαν(ε)
Per
fect
έχω περιλάβειέχουμε περιλάβει
έχεις περιλάβειέχετε περιλάβει
έχει περιλάβειέχουν περιλάβει
Plu
per
fect
είχα περιλάβειείχαμε περιλάβει
είχες περιλάβειείχατε περιλάβει
είχε περιλάβειείχαν περιλάβει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα περιλαβαίνωθα περιλαβαίνουμε, θα περιλαβαίνομε
θα περιλαβαίνειςθα περιλαβαίνετε
θα περιλαβαίνειθα περιλαβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα περιλάβωθα περιλάβουμε, θα περιλάβομε
θα περιλάβειςθα περιλάβετε
θα περιλάβειθα περιλάβουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω περιλάβειθα έχουμε περιλάβει
θα έχεις περιλάβειθα έχετε περιλάβει
θα έχει περιλάβειθα έχουν περιλάβει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να περιλαβαίνωνα περιλαβαίνουμε, να περιλαβαίνομε
να περιλαβαίνειςνα περιλαβαίνετε
να περιλαβαίνεινα περιλαβαίνουν(ε)
Aoristνα περιλάβωνα περιλάβουμε, να περιλάβομε
να περιλάβειςνα περιλάβετε
να περιλάβεινα περιλάβουν(ε)
Perfνα έχω περιλάβεινα έχουμε περιλάβει
να έχεις περιλάβεινα έχετε περιλάβει
να έχει περιλάβεινα έχουν περιλάβει
Imper
ativ
Presπεριλάβαινεπεριλαβαίνετε
Aoristπερίλαβεπεριλάβετε
Part
izip
Presπεριλαβαίνοντας
Perfέχοντας περιλάβει
InfinAoristπεριλάβει




Griechische Definition zu περιλαβαίνω

περιλαβαίνω [perilavéno] Ρ αόρ. περιέλαβα και περίλαβα, απαρέμφ. περιλάβει : (προφ.) α. επικρίνω, επιτιμώ κπ. (ή κτ.) με σφοδρότητα· περιαδράχνω: Tον περιέλαβε για τα καλά. β. πιάνω και δέρνω κπ.: Άμα σε περιλάβω, να δούμε το ξανακάνεις;

[μσν. περιλαβαίνω < αρχ. περιλαμβάνω μεταπλ. κατά το λαμβάνω > λαβαίνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu περιλαβαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15