παριστάνω  Verb  [paristano, paristanw]

Ähnliche Bedeutung wie παριστάνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παριστάνω

... παραλάβει το πτώμα του Σαρπηδόνα και να το μεταφέρει στη Λυκία. Ο Ευριπίδης παριστάνει το Θάνατο σαν βασιλιά των νεκρών, που φορά μαύρο πέπλο ή έχει μαύρα φτερά ...

... αρχέγονη θεότητα που προσωποποιούσε την έννοια του χρόνου. Παρότι ασώματος, παριστανόταν ωστόσο και ως τέρας με σώμα φιδιού και τρία κεφάλια: ανθρώπου (άνδρα) ...

... οποία περιέχει άζωτο, φωσφόρο και υδρογόνο, με μοριακό τύπο NH4P, αν και παριστάνεται συνήθως με τον ημισυντακτικό της τύπο NH2PH2. Ο όρος φωσφιναμίνη επεκτείνεταιπέρα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze darstellen

... Wäre die Bezahlung, die mir meine Kundschaft für ein einziges Negativ des gewünschten Motivs in Aussicht stellte, nicht ausgesprochen großzügig, hätten mich spätestens zu diesem Zeitpunkt Zweifel befallen müssen, ob mein Tagewerk ein geeignetes Mittel meiner Existenzsicherung darstellen könne. ...

... Zuerst wähle alle Punkte mit Bezug zum Thema. Nun entscheide, welche du darstellen willst. Forme eine für sie geeignete Struktur! ...

... „Man muss komplexe Probleme in ihrer Komplexität darstellen und nicht boulevardisieren“ ist eine beliebte Phrase österreichischer Politiker. ...

Quelle: futureboy, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΠΑΡΙΣΤΑΝΩ
I portray
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παριστάνωπαριστάνουμε, παριστάνομεπαριστάνομαιπαριστανόμαστε
παριστάνειςπαριστάνετεπαριστάνεσαιπαριστάνεστε
παριστάνειπαριστάνουν(ε)παριστάνεταιπαριστάνονται
Imper
fekt
παρέσταναπαριστάναμεπαριστανόμουν(α)παριστανόμαστε
παρέστανεςπαριστάνατεπαριστανόσουν(α)παριστανόσαστε
παρέστανεπαρέσταναν, παριστάναν(ε)παριστανόταν(ε)παριστάνονταν
Aoristπαρέστησα, παράστησαπαραστάσαμεπαραστάθηκαπαρασταθήκαμε
παρέστησες, παράστησεςπαραστάσατεπαραστάθηκεςπαρασταθήκατε
παρέστησε, παράστησεπαρέστησαν, παράστησαν, παραστάσαν(ε)παραστάθηκεπαραστάθηκαν, παρασταθήκαν(ε)
Per
fect
έχω παραστάσειέχουμε παραστάσειέχω παρασταθείέχουμε παρασταθεί
έχεις παραστάσειέχετε παραστάσειέχεις παρασταθείέχετε παρασταθεί
έχει παραστάσειέχουν παραστάσειέχει παρασταθείέχουν παρασταθεί
Plu
per
fect
είχα παραστάσειείχαμε παραστάσειείχα παρασταθείείχαμε παρασταθεί
είχες παραστάσειείχατε παραστάσειείχες παρασταθείείχατε παρασταθεί
είχε παραστάσειείχαν παραστάσειείχε παρασταθείείχαν παρασταθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παριστάνωθα παριστάνουμε, θα παριστάνομεθα παριστάνομαιθα παριστανόμαστε
θα παριστάνειςθα παριστάνετεθα παριστάνεσαιθα παριστάνεστε, θα παριστανόσαστε
θα παριστάνειθα παριστάνουν(ε)θα παριστάνεταιθα παριστάνονται
Fut
ur
θα παραστάσωθα παραστάσουμε, θα παραστάσομεθα παρασταθώθα παρασταθούμε
θα παραστάσειςθα παραστάσετεθα παρασταθείςθα παρασταθείτε
θα παραστάσειθα παραστάσουν(ε)θα παρασταθείθα παρασταθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παραστάσειθα έχουμε παραστάσειθα έχω παρασταθείθα έχουμε παρασταθεί
θα έχεις παραστάσειθα έχετε παραστάσειθα έχεις παρασταθείθα έχετε παρασταθεί
θα έχει παραστάσειθα έχουν παραστάσειθα έχει παρασταθείθα έχουν παρασταθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παριστάνωνα παριστάνουμε, να παριστάνομενα παριστάνομαινα παριστανόμαστε
να παριστάνειςνα παριστάνετενα παριστάνεσαινα παριστάνεστε, να παριστανόσαστε
να παριστάνεινα παριστάνουν(ε)να παριστάνεταινα παριστάνονται
Aoristνα παραστάσωνα παραστάσουμε, να παραστάσομενα παρασταθώνα παρασταθούμε
να παραστάσειςνα παραστάσετενα παρασταθείςνα παρασταθείτε
να παραστάσεινα παραστάσουν(ε)να παρασταθείνα παρασταθούν(ε)
Perfνα έχω παραστάσεινα έχουμε παραστάσεινα έχω παρασταθείνα έχουμε παρασταθεί
να έχεις παραστάσεινα έχετε παραστάσεινα έχεις παρασταθείνα έχετε παρασταθεί
να έχει παραστάσεινα έχουν παραστάσεινα έχει παρασταθείνα έχουν παρασταθεί
Imper
ativ
Presπαρέστανεπαριστάνετεπαριστάνεστε
Aoristπαρέστησε, παράστησεπαραστάστεπαραστάσουπαρασταθείτε
Part
izip
Presπαριστάνονταςπαριστανόμενος
Perfέχοντας παραστάσειπαραστημένος, -η, -οπαραστημένοι, -ες, -α
InfinAoristπαραστάσειπαρασταθεί




Griechische Definition zu παριστάνω

παριστάνω [paristáno] -ομαι Ρ πρτ. παρίστανα, αόρ. παρέστησα, απαρέμφ. παραστήσει, παθ. αόρ. παραστήθηκα και παραστάθηκα, απαρέμφ. παραστηθεί και παρασταθεί : 1. παρουσιάζω, εμφανίζω, περιγράφω κτ. ως τέτοιο ή αλλιώτικο (κυρ. με προφορικό ή με γραπτό λόγο), εκθέτω: Tα γεγονότα συνέβησαν διαφορετικά από ό,τι μας τα παρέστησε ο μάρτυρας. H κατάσταση δεν είναι τόσο ρόδινη, όσο την παριστάνεις. Έχει την τάση να παριστάνει τα πράγματα πολύ τραγικά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παριστάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15