οδηγώ  Verb  [odigo, odiro, othigo, odhgw]

Ähnliche Bedeutung wie οδηγώ


Beispielsätze οδηγώ

... Ξέρω να οδηγώ αυτοκίνητο. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze veranlassen

... Wir hoffen, dass das überaus reichhaltige Angebot an Neuheiten Sie zu einer Probebestellung veranlassen wird. ...

... Es gibt keinen Grund, der ihn veranlassen könnte zu rauchen. ...

... Man hat mich gelehrt, erhobenen Hauptes zu gehen, denn niemand ist so bedeutsam, dass er mich veranlassen würde den Blick zu senken. ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik



ΟΔΗΓΩ
I guide
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
οδηγώ, odigao">οδηγάωοδηγούμεοδηγούμαιοδηγούμαστε
οδηγείςοδηγείτεοδηγείσαιοδηγείστε
οδηγείοδηγούν(ε)οδηγείταιοδηγούνται
Imper
fekt
οδηγούσαοδηγούσαμεοδηγούμουνοδηγούμαστε
οδηγούσεςοδηγούσατε
οδηγούσεοδηγούσαν(ε)οδηγούνταν, οδηγείτοοδηγούνταν, οδηγούντο
Aoristοδήγησαοδηγήσαμεοδηγήθηκαοδηγηθήκαμε
οδήγησεςοδηγήσατεοδηγήθηκεςοδηγηθήκατε
οδήγησεοδήγησαν, οδηγήσαν(ε)οδηγήθηκεοδηγήθηκαν, οδηγηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω οδηγήσει
έχω οδηγημένο
έχουμε οδηγήσει
έχουμε οδηγημένο
έχω οδηγηθεί
είμαι οδηγημένος, -η
έχουμε οδηγηθεί
είμαστε οδηγημένοι, -ες
έχεις οδηγήσει
έχεις οδηγημένο
έχετε οδηγήσει
έχετε οδηγημένο
έχεις οδηγηθεί
είσαι οδηγημένος, -η
έχετε οδηγηθεί
είστε οδηγημένοι, -ες
έχει οδηγήσει
έχει οδηγημένο
έχουν οδηγήσει
έχουν οδηγημένο
έχει οδηγηθεί
είναι οδηγημένος, -η, -ο
έχουν οδηγηθεί
είναι οδηγημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα οδηγήσει
είχα οδηγημένο
είχαμε οδηγήσει
είχαμε οδηγημένο
είχα οδηγηθεί
ήμουν οδηγημένος, -η
είχαμε οδηγηθεί
ήμαστε οδηγημένοι, -ες
είχες οδηγήσει
είχες οδηγημένο
είχατε οδηγήσει
είχατε οδηγημένο
είχες οδηγηθεί
ήσουν οδηγημένος, -η
είχατε οδηγηθεί
ήσαστε οδηγημένοι, -ες
είχε οδηγήσει
είχε οδηγημένο
είχαν οδηγήσει
είχαν οδηγημένο
είχε οδηγηθεί
ήταν οδηγημένος, -η, -ο
είχαν οδηγηθεί
ήταν οδηγημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα οδηγώθα οδηγούμεθα οδηγούμαιθα οδηγούμαστε
θα οδηγείςθα οδηγείτεθα οδηγείσαιθα οδηγείστε
θα οδηγείθα οδηγούν(ε)θα οδηγείταιθα οδηγούνται
Fut
ur
θα οδηγήσωθα οδηγήσουμεθα οδηγηθώθα οδηγηθούμε
θα οδηγήσειςθα οδηγήσετεθα οδηγηθείςθα οδηγηθείτε
θα οδηγήσειθα οδηγήσουν(ε)θα οδηγηθείθα οδηγηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω οδηγήσει
θα έχω οδηγημένο
θα έχουμε οδηγήσει
θα έχουμε οδηγημένο
θα έχω οδηγηθεί
θα είμαι οδηγημένος, -η
θα έχουμε οδηγηθεί
θα είμαστε οδηγημένοι, -ες
θα έχεις οδηγήσει
θα έχεις οδηγημένο
θα έχετε οδηγήσει
θα έχετε οδηγημένο
θα έχεις οδηγηθεί
θα είσαι οδηγημένος, -η
θα έχετε οδηγηθεί
θα είστε οδηγημένοι, -η
θα έχει οδηγήσει
θα έχει οδηγημένο
θα έχουν οδηγήσει
θα έχουν οδηγημένο
θα έχει οδηγηθεί
θα είναι οδηγημένος, -η, -ο
θα έχουν οδηγηθεί
θα είναι οδηγημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να οδηγώνα οδηγούμενα οδηγούμαινα οδηγούμαστε
να οδηγείςνα οδηγείτενα οδηγείσαινα οδηγείστε
να οδηγείνα οδηγούν(ε)να οδηγείταινα οδηγούνται
Aoristνα οδηγήσωνα οδηγήσουμε, να οδηγήσομενα οδηγηθώνα οδηγηθούμε
να οδηγήσειςνα οδηγήσετενα οδηγηθείςνα οδηγηθείτε
να οδηγήσεινα οδηγήσουν(ε)να οδηγηθείνα οδηγηθούν(ε)
Perfνα έχω οδηγήσει
να έχω οδηγημένο
να έχουμε οδηγήσει
να έχουμε οδηγημένο
να έχω οδηγηθεί
να είμαι οδηγημένος, -η
να έχουμε οδηγηθεί
να είμαστε οδηγημένοι, -ες
να έχεις οδηγήσει
να έχεις οδηγημένο
να έχετε οδηγήσει
να έχετε οδηγημένο
να έχεις οδηγηθεί
να είσαι οδηγημένος, -η
να έχετε οδηγηθεί
να είστε οδηγημένοι, -ες
να έχει οδηγήσει
να έχει οδηγημένο
να έχουν οδηγήσει
να έχουν οδηγημένο
να έχει οδηγηθεί
να είναι οδηγημένος, -η, -ο
να έχουν οδηγηθεί
να είναι οδηγημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presοδηγείτεοδηγείστε
Aoristοδήγησεοδηγήστε, οδηγήσετεοδηγήσουοδηγηθείτε
Part
izip
Presοδηγώντας
Perfέχοντας οδηγήσει
έχοντας οδηγημένο
οδηγημένος, -η, -οοδηγημένοι, -ες, -α
InfinAoristοδηγήσειοδηγηθεί









Person Wortform
Präsens ich lenke
du lenkst
er, sie, es lenkt
Präteritum ich lenkte
Konjunktiv II ich lenkte
Imperativ Singular lenk!
Plural lenkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelenkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lenken



Icon tools.svg Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Überarbeitung. Hilf bitte mit, ihn zu verbessern, und entferne anschließend diese Markierung.

Folgendes ist zu überarbeiten: einige Bedeutungen sind identisch; die Nummern prüfen



Griechische Definition zu οδηγώ

οδηγώ [oδiγó] -ούμαι : 1. συνοδεύω κπ. συνήθ. για να τον βοηθήσω να βρει και ιδίως να φτάσει στο μέρος που θέλει ή πρέπει: οδηγώ έναν τυφλό. Nα οδηγήσεις τον ξένο στο δωμάτιό του. οδηγώ το παιδί στο σχολείο / το άλο γο στο στάβλο. Mετά την καταδίκη του οδηγήθηκε στη φυλακή. (έκφρ.) οδηγώ κπ. στα δικαστήρια*. ΠAΡ Tυφλός* τυφλόν οδήγαγε κι ηύραν κι οι δυο τους λάκκο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu οδηγώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15