ξετυλίγω  Verb  [ksetiligo, ksetiliro, ksetyligw]

Ähnliche Bedeutung wie ξετυλίγω


Beispielsätze ξετυλίγω

... συγκολλούσαν όλα μαζί και τα τύλιγαν σε σχήμα κυλίνδρου, ο οποίος, όταν ξετυλιγόταν, έφτανε συχνά το μήκος των 12 μέτρων. Υπήρξαν όμως και αιγυπτιακοί παπύροι ...

... του είναι τυλιγμένες σε δύο καρούλια, έτσι ώστε τυλίγοντας το ένα και ξετυλίγοντας το άλλο άκρο του να μπορούμε να δούμε σταδιακά το περιεχόμενό του, που ...

... βρίσκεται πίσω από τη χελώνα. Κάτω από το θυρεό βρίσκεται ένα χαρτί που ξετυλίγεται, με το ρητό He hath founded it upon the seas. Αυτό το εδάφιο από τους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausrollen

... eingesetzt wird. Ziel ist es, die Struktur der Faszien von außen mittels „Ausrollen“ zu beeinflussen (Fascial Release). Moshé Feldenkrais verwendete als ...

... Gegenteil von knusprig. Mürbeteig ist nicht elastisch und zieht sich nach dem Ausrollen nicht zusammen. Er enthält Mehl und/oder Stärke und Fett und – je nachdem ...

... Ziehteig. In den Grundteig aus Mehl, Salz und Wasser wird durch mehrfaches Ausrollen und Zusammenschlagen Ziehfett eingearbeitet (siehe Tourieren). Der Unterschied ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΞΕΤΥΛΙΓΩ
I unwind
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξετυλίγωξετυλίγουμε, ξετυλίγομεξετυλίγομαιξετυλιγόμαστε
ξετυλίγειςξετυλίγετεξετυλίγεσαιξετυλίγεστε, ξετυλιγόσαστε
ξετυλίγειξετυλίγουν(ε)ξετυλίγεταιξετυλίγονται
Imper
fekt
ξετύλιγαξετυλίγαμεξετυλιγόμουν(α)ξετυλιγόμαστε, ξετυλιγόμασταν
ξετύλιγεςξετυλίγατεξετυλιγόσουν(α)ξετυλιγόσαστε, ξετυλιγόσασταν
ξετύλιγεξετύλιγαν, ξετυλίγαν(ε)ξετυλιγόταν(ε)ξετυλίγονταν, ξετυλιγόντανε, ξετυλιγόντουσαν
Aoristξετύλιξαξετυλίξαμεξετυλίχτηκαξετυλιχτήκαμε
ξετύλιξεςξετυλίξατεξετυλίχτηκεςξετυλιχτήκατε
ξετύλιξεξετύλιξαν, ξετυλίξαν(ε)ξετυλίχτηκεξετυλίχτηκαν, ξετυλιχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξετυλίξει
έχω ξετυλιγμένο
έχουμε ξετυλίξει
έχουμε ξετυλιγμένο
έχω ξετυλιχτεί
είμαι ξετυλιγμένος, -η
έχουμε ξετυλιχτεί
είμαστε ξετυλιγμένοι, -ες
έχεις ξετυλίξει
έχεις ξετυλιγμένο
έχετε ξετυλίξει
έχετε ξετυλιγμένο
έχεις ξετυλιχτεί
είσαι ξετυλιγμένος, -η
έχετε ξετυλιχτεί
είστε ξετυλιγμένοι, -ες
έχει ξετυλίξει
έχει ξετυλιγμένο
έχουν ξετυλίξει
έχουν ξετυλιγμένο
έχει ξετυλιχτεί
είναι ξετυλιγμένος, -η, -ο
έχουν ξετυλιχτεί
είναι ξετυλιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξετυλίξει
είχα ξετυλιγμένο
είχαμε ξετυλίξει
είχαμε ξετυλιγμένο
είχα ξετυλιχτεί
ήμουν ξετυλιγμένος, -η
είχαμε ξετυλιχτεί
ήμαστε ξετυλιγμένοι, -ες
είχες ξετυλίξει
είχες ξετυλιγμένο
είχατε ξετυλίξει
είχατε ξετυλιγμένο
είχες ξετυλιχτεί
ήσουν ξετυλιγμένος, -η
είχατε ξετυλιχτεί
ήσαστε ξετυλιγμένοι, -ες
είχε ξετυλίξει
είχε ξετυλιγμένο
είχαν ξετυλίξει
είχαν ξετυλιγμένο
είχε ξετυλιχτεί
ήταν ξετυλιγμένος, -η, -ο
είχαν ξετυλιχτεί
ήταν ξετυλιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξετυλίγωθα ξετυλίγουμε, θα ξετυλίγομεθα ξετυλίγομαιθα ξετυλιγόμαστε
θα ξετυλίγειςθα ξετυλίγετεθα ξετυλίγεσαιθα ξετυλίγεστε, θα ξετυλιγόσαστε
θα ξετυλίγειθα ξετυλίγουν(ε)θα ξετυλίγεταιθα ξετυλίγονται
Fut
ur
θα ξετυλίξωθα ξετυλίξουμε, θα ξετυλίξομεθα ξετυλιχτώθα ξετυλιχτούμε
θα ξετυλίξειςθα ξετυλίξετεθα ξετυλιχτείςθα ξετυλιχτείτε
θα ξετυλίξειθα ξετυλίξουν(ε)θα ξετυλιχτείθα ξετυλιχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξετυλίξει
θα έχω ξετυλιγμένο
θα έχουμε ξετυλίξει
θα έχουμε ξετυλιγμένο
θα έχω ξετυλιχτεί
θα είμαι ξετυλιγμένος, -η
θα έχουμε ξετυλιχτεί
θα είμαστε ξετυλιγμένοι, -ες
θα έχεις ξετυλίξει
θα έχεις ξετυλιγμένο
θα έχετε ξετυλίξει
θα έχετε ξετυλιγμένο
θα έχεις ξετυλιχτεί
θα είσαι ξετυλιγμένος, -η
θα έχετε ξετυλιχτεί
θα είστε ξετυλιγμένοι, -ες
θα έχει ξετυλίξει
θα έχει ξετυλιγμένο
θα έχουν ξετυλίξει
θα έχουν ξετυλιγμένο
θα έχει ξετυλιχτεί
θα είναι ξετυλιγμένος, -η, -ο
θα έχουν ξετυλιχτεί
θα είναι ξετυλιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξετυλίγωνα ξετυλίγουμε, να ξετυλίγομενα ξετυλίγομαινα ξετυλιγόμαστε
να ξετυλίγειςνα ξετυλίγετενα ξετυλίγεσαινα ξετυλίγεστε, να ξετυλιγόσαστε
να ξετυλίγεινα ξετυλίγουν(ε)να ξετυλίγεταινα ξετυλίγονται
Aoristνα ξετυλίξωνα ξετυλίξουμε, να ξετυλίξομενα ξετυλιχτώνα ξετυλιχτούμε
να ξετυλίξειςνα ξετυλίξετενα ξετυλιχτείςνα ξετυλιχτείτε
να ξετυλίξεινα ξετυλίξουν(ε)να ξετυλιχτείνα ξετυλιχτούν(ε)
Perfνα έχω ξετυλίξει
να έχω ξετυλιγμένο
να έχουμε ξετυλίξει
να έχουμε ξετυλιγμένο
να έχω ξετυλιχτεί
να είμαι ξετυλιγμένος, -η
να έχουμε ξετυλιχτεί
να είμαστε ξετυλιγμένοι, -ες
να έχεις ξετυλίξει
να έχεις ξετυλιγμένο
να έχετε ξετυλίξει
να έχετε ξετυλιγμένο
να έχεις ξετυλιχτεί
να είσαι ξετυλιγμένος, -η
να έχετε ξετυλιχτεί
να είστε ξετυλιγμένοι, -ες
να έχει ξετυλίξει
να έχει ξετυλιγμένο
να έχουν ξετυλίξει
να έχουν ξετυλιγμένο
να έχει ξετυλιχτεί
να είναι ξετυλιγμένος, -η, -ο
να έχουν ξετυλιχτεί
να είναι ξετυλιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξετύλιγεξετυλίγετεξετυλίγεστε
Aoristξετύλιξεξετυλίξτε, ξετυλίχτεξετυλίξουξετυλιχτείτε
Part
izip
Presξετυλίγοντας
Perfέχοντας ξετυλίξει, έχοντας ξετυλιγμένοξετυλιγμένος, -η, -οξετυλιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristξετυλίξειξετυλιχτεί








Griechische Definition zu ξετυλίγω

ξετυλίγω [ksetilíγo] -ομαι : 1α.ανοίγω, απλώνω κτ. που ήταν τυλιγμένο. ANT τυλίγω: ξετυλίγω το κουβάρι / ένα ρολό χαρτί / ένα τόπι ύφασμα. || (μτφ.): Ξετύλιγε το νήμα της σκέψης του με μεγάλη ενάργεια. β. αφαιρώ το περιτύλιγμα ενός πράγματος. ANT τυλίγω: ξετυλίγω το πακέτο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξετυλίγω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15