ξεπλένω  Verb  [ksepleno, kseplenw]

Ähnliche Bedeutung wie ξεπλένω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ξεπλένω

... ενώ το ίνδιο και κάποια υδροξείδια καθιζάνουν. Στη συνέχεια το ίζημα ξεπλένεται και μετά διαλύεται σε οξικό οξύ και περνά από μέσα υδρόθειο το οποίο καταβυθίζει ...

... Έπειτα η εικόνα βυθίζεται σε θερμό διάλυμα κοινού άλατος και τελικά ξεπλένεται με καυτό αποσταγμένο νερό. Οι νταγκεροτυπίες δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν ...

... περίπτωση τσιμπηματος είναι να ρίξουμε παγωμένο νερό πάνω στο σημείο διότι ξεπλένει το δηλητήριο ή να τοποθετηθεί το σημείο μέσα σε ζεστό νερό, καθώς έτσι ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΞΕΠΛΕΝΩ
I rinse
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξεπλένωξεπλένουμε, ξεπλένομεξεπλένομαιξεπλενόμαστε
ξεπλένειςξεπλένετεξεπλένεσαιξεπλένεστε, ξεπλενόσαστε
ξεπλένειξεπλένουν(ε)ξεπλένεταιξεπλένονται
Imper
fekt
ξέπλεναξεπλέναμεξεπλενόμουν(α)ξεπλενόμαστε, ξεπλενόμασταν
ξέπλενεςξεπλένατεξεπλενόσουν(α)ξεπλενόσαστε, ξεπλενόσασταν
ξέπλενεξέπλεναν, ξεπλέναν(ε)ξεπλενόταν(ε), ξεπλένοντανξεπλένονταν, ξεπλενόντανε, ξεπλενόντουσαν
Aoristξέπλυναξεπλύναμεξεπλύθηκαξεπλυθήκαμε
ξέπλυνεςξεπλύνατεξεπλύθηκεςξεπλυθήκατε
ξέπλυνεξέπλυναν, ξεπλύναν(ε)ξεπλύθηκεξεπλύθηκαν, ξεπλυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξεπλύνει
έχω ξεπλυμένο
έχουμε ξεπλύνει
έχουμε ξεπλυμένο
έχω ξεπλυθεί
είμαι ξεπλυμένος, -η
έχουμε ξεπλυθεί
είμαστε ξεπλυμένοι, -ες
έχεις ξεπλύνει
έχεις ξεπλυμένο
έχετε ξεπλύνει
έχετε ξεπλυμένο
έχεις ξεπλυθεί
είσαι ξεπλυμένος, -η
έχετε ξεπλυθεί
είστε ξεπλυμένοι, -ες
έχει ξεπλύνει
έχει ξεπλυμένο
έχουν ξεπλύνει
έχουν ξεπλυμένο
έχει ξεπλυθεί
είναι ξεπλυμένος, -η, -ο
έχουν ξεπλυθεί
είναι ξεπλυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξεπλύνει
είχα ξεπλυμένο
είχαμε ξεπλύνει
είχαμε ξεπλυμένο
είχα ξεπλυθεί
ήμουν ξεπλυμένος, -η
είχαμε ξεπλυθεί
ήμαστε ξεπλυμένοι, -ες
είχες ξεπλύνει
είχες ξεπλυμένο
είχατε ξεπλύνει
είχατε ξεπλυμένο
είχες ξεπλυθεί
ήσουν ξεπλυμένος, -η
είχατε ξεπλυθεί
ήσαστε ξεπλυμένοι, -ες
είχε ξεπλύνει
είχε ξεπλυμένο
είχαν ξεπλύνει
είχαν ξεπλυμένο
είχε ξεπλυθεί
ήταν ξεπλυμένος, -η, -ο
είχαν ξεπλυθεί
ήταν ξεπλυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξεπλένωθα ξεπλένουμε, θα ξεπλένομεθα ξεπλένομαιθα ξεπλενόμαστε
θα ξεπλένειςθα ξεπλένετεθα ξεπλένεσαιθα ξεπλένεστε, θα ξεπλενόσαστε
θα ξεπλένειθα ξεπλένουν(ε)θα ξεπλένεταιθα ξεπλένονται
Fut
ur
θα ξεπλύνωθα ξεπλύνουμε, θα ξεπλύνομεθα ξεπλυθώθα ξεπλυθούμε
θα ξεπλύνειςθα ξεπλύνετεθα ξεπλυθείςθα ξεπλυθείτε
θα ξεπλύνειθα ξεπλύνουν(ε)θα ξεπλυθείθα ξεπλυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξεπλύνει
θα έχω ξεπλυμένο
θα έχουμε ξεπλύνει
θα έχουμε ξεπλυμένο
θα έχω ξεπλυθεί
θα είμαι ξεπλυμένος, -η
θα έχουμε ξεπλυθεί
θα είμαστε ξεπλυμένοι, -ες
θα έχεις ξεπλύνει
θα έχεις ξεπλυμένο
θα έχετε ξεπλύνει
θα έχετε ξεπλυμένο
θα έχεις ξεπλυθεί
θα είσαι ξεπλυμένος, -η
θα έχετε ξεπλυθεί
θα είστε ξεπλυμένοι, -ες
θα έχει ξεπλύνει
θα έχει ξεπλυμένο
θα έχουν ξεπλύνει
θα έχουν ξεπλυμένο
θα έχει ξεπλυθεί
θα είναι ξεπλυμένος, -η, -ο
θα έχουν ξεπλυθεί
θα είναι ξεπλυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξεπλένωνα ξεπλένουμε, να ξεπλένομενα ξεπλένομαινα ξεπλενόμαστε
να ξεπλένειςνα ξεπλένετενα ξεπλένεσαινα ξεπλένεστε, να ξεπλενόσαστε
να ξεπλένεινα ξεπλένουν(ε)να ξεπλένεταινα ξεπλένονται
Aoristνα ξεπλύνωνα ξεπλύνουμε, να ξεπλύνομενα ξεπλυθώνα ξεπλυθούμε
να ξεπλύνειςνα ξεπλύνετενα ξεπλυθείςνα ξεπλυθείτε
να ξεπλύνεινα ξεπλύνουν(ε)να ξεπλυθείνα ξεπλυθούν(ε)
Perfνα έχω ξεπλύνει
να έχω ξεπλυμένο
να έχουμε ξεπλύνει
να έχουμε ξεπλυμένο
να έχω ξεπλυθεί
να είμαι ξεπλυμένος, -η
να έχουμε ξεπλυθεί
να είμαστε ξεπλυμένοι, -ες
να έχεις ξεπλύνει
να έχεις ξεπλυμένο
να έχετε ξεπλύνει
να έχετε ξεπλυμένο
να έχεις ξεπλυθεί
να είσαι ξεπλυμένος, -η
να έχετε ξεπλυθεί
να είστε ξεπλυμένοι, -ες
να έχει ξεπλύνει
να έχει ξεπλυμένο
να έχουν ξεπλύνει
να έχουν ξεπλυμένο
να έχει ξεπλυθεί
να είναι ξεπλυμένος, -η, -ο
να έχουν ξεπλυθεί
να είναι ξεπλυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξεπλένεξεπλένετεξεπλένεστε
Aoristξέπλυνεξεπλύνετε, ξεπλύντεξεπλύσουξεπλυθείτε
Part
izip
Presξεπλένοντας
Perfέχοντας ξεπλύνει, έχοντας ξεπλυμένοξεπλυμένος, -η, -οξεπλυμένοι, -ες, -α
InfinAoristξεπλύνειξεπλυθεί










Griechische Definition zu ξεπλένω

ξεπλένω [ksepléno] -ομαι Ρ αόρ. ξέπλυνα, απαρέμφ. ξεπλύνει, παθ. αόρ. ξεπλύθηκα, απαρέμφ. ξεπλυθεί, μππ. ξεπλυμένος : 1α.με άφθονο νερό αφαιρώ τη σαπουνάδα με την οποία είχα πλύνει κτ.· ξεβγάζω: ξεπλένω τα πιάτα. Δεν ξεπλύθηκες καλά. Είναι ξεπλυμένα τα ρούχα; β. πλένω κτ. πρόχειρα, συνήθ. χωρίς σαπουνάδα: Ξέπλυνε λίγο το μπουκάλι. Ρίξε μου λίγο νερό να ξεπλυθώ. || ξεπλένω το στόμα μου. H βροχή ξεπλένει τα φύλλα. || (μτφ.): ξεπλένω το βρόμικο χρήμα. Ξεπλυμένο χρήμα, μέσα από διάφορες τραπεζικές διαδικασίες αποκρύπτω την πηγή προέλευσης χρημάτων που προέρχονται από παράνομες δοσοληψίες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξεπλένω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15