μιλώ Verb  [milo, milw]

  Verb
(142)
    Verb
(99)

Etymologie zu μιλώ

μιλώ mittelgriechisch μιλῶ, ὁμιλῶ Koine-Griechisch ὁμιλέω, -ῶ, αρχαία σημασία: συναναστρέφομαι.[1] siehe auch ὅμιλος


GriechischDeutsch
Εκφράζω την ικανοποίησή μου που σήμερα μιλώ σε εκείνους των οποίων η συμβολή θα μας βοηθήσει να διαμορφώσουμε το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Ich freue mich daher sehr, zu denjenigen zu sprechen, die die Zukunft der Europäischen Union mitgestalten können.

Übersetzung bestätigt

Κύριε Πρόεδρε, ξεκινώ από την έκθεση για το EQUAL και την ισότητα μεταξύ των ανδρών και των γυναικών, παρ' όλο που οφείλω να παραδεχτώ ότι κατά καιρούς μού είναι επίπονο να μιλώ για αυτό το θέμα λόγω της συνεχούς επανάληψής του, εν πάση περιπτώσει όταν κανείς έχει την ηλικία μου.Herr Präsident, ich beziehe mich auf den EQUAL-Bericht und die Gleichstellung zwischen Männern und Frauen, obwohl ich zugeben muß, daß es mir zuweilen schwer fällt, über dieses Thema zu sprechen jedenfalls in meinem Alter kommt es mir vor, daß man sich dauernd wiederholt.

Übersetzung bestätigt

Αντί να χρησιμοποιώ τη λέξη "διεύρυνση" προτιμώ να μιλώ για επανένωση, γιατί θεωρώ πως έχει μια πολύ πιο ισχυρή πολιτική σημασία.Ich würde diesem Wort "Erweiterung " allerdings ein anderes vorziehen und eher von Wiedervereinigung sprechen, weil dies mir eine viel stärkere politische Bedeutung zu haben scheint.

Übersetzung bestätigt

Κύριε Πρόεδρε, πριν αρχίσει η συζήτηση, θα ήθελα μονάχα να στηλιτεύσω, ως ιταλός βουλευτής και πιστεύω ότι μιλώ εξ ονόματος όλων των ιταλών βουλευτών τη θέση που πήρε χτες ο γερμανός Καγκελάριος, ο οποίος αναμίχθηκε σε εσωτερικά θέματα της Ιταλίας, απειλώντας με παρέμβαση της Ευρώπης στην περίπτωση που θα συμπεριλαμβάνονταν στην κυβέρνηση της Ιταλίας νεοφασιστικοί σχηματισμοί.Herr Präsident, vor Beginn der Aussprache möchte ich als italienischer Abgeordneter und ich glaube, im Namen aller italienischen Abgeordneten zu sprechen die gestrige Haltung des deutschen Bundeskanzlers Schröder kritisieren, der sich in die inneren Angelegenheiten Italiens eingemischt hat, indem er ein Eingreifen der Union androhte, falls neofaschistische Gruppierungen Einzug in die italienische Regierung halten sollten.

Übersetzung bestätigt

Δεύτερον, κυρία Επίτροπε, κύριε Εκπρόσωπε του Συμβουλίου, το συμπέρασμα που συνάγω από την αναβολή κατά ένα έτος, είναι ότι δεν χρησίμευσε σε τίποτα, για τον απλούστατο λόγο ότι τα αμερικανικά συμφέροντα και όταν μιλώ για αμερικανικά συμφέροντα, εννοώ τα συμφέροντα ενός τμήματος της αμερικανικής βιομηχανίας είναι σαφώς συμφέροντα τα οποία δεν οδεύουν προς την κατεύθυνση μίας γενικής βελτίωσης των προτύπων, και ακόμη λιγότερο στην περίπτωση των αεροπλάνων "hushkits" .Zweitens, Frau Kommissarin, Herr Ratsvertreter, die Lehre, die ich aus dem Bericht des letzten Jahres ziehe, ist, daß er nichts genützt hat, und dies aus dem einfachen Grund, weil die amerikanischen Interessen und wenn ich von amerikanischen Interessen sprechen, meine ich die Interessen eines Teils der amerikanischen Industrie ganz sicher nicht auf eine allgemeine Verbesserung der Normen gerichtet sind, was noch weniger bei den Hushkits der Fall ist.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu μιλώ


AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μιλάω, μιλώμιλάμε, μιλούμεμιλιέμαιμιλιόμαστε
μιλάςμιλάτεμιλιέσαιμιλιέστε, μιλιόσαστε
μιλάει, μιλάμιλάν(ε), μιλούν(ε)μιλιέταιμιλιούνται, μιλιόνται
Imper
fekt
μιλούσα, μίλαγαμιλούσαμε, μιλάγαμεμιλιόμουν(α)μιλιόμαστε, μιλιόμασταν
μιλούσες, μίλαγεςμιλούσατε, μιλάγατεμιλιόσουν(α)μιλιόσαστε, μιλιόσασταν
μιλούσε, μίλαγεμιλούσαν(ε), μίλαγαν, μιλάγανεμιλιόταν(ε)μιλιόνταν(ε), μιλιούνταν, μιλιόντουσαν
Aoristμίλησαμιλήσαμεμιλήθηκαμιληθήκαμε
μίλησεςμιλήσατεμιλήθηκεςμιληθήκατε
μίλησεμίλησαν, μιλήσαν(ε)μιλήθηκεμιλήθηκαν, μιληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μιλήσει
έχω μιλημένο
έχουμε μιλήσει
έχουμε μιλημένο
έχω μιληθεί
είμαι μιλημένος, -η
έχουμε μιληθεί
είμαστε μιλημένοι, -ες
έχεις μιλήσει
έχεις μιλημένο
έχετε μιλήσει
έχετε μιλημένο
έχεις μιληθεί
είσαι μιλημένος, -η
έχετε μιληθεί
είστε μιλημένοι, -ες
έχει μιλήσει
έχει μιλημένο
έχουν μιλήσει
έχουν μιλημένο
έχει μιληθεί
είναι μιλημένος, -η, -ο
έχουν μιληθεί
είναι μιλημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μιλήσει
είχα μιλημένο
είχαμε μιλήσει
είχαμε μιλημένο
είχα μιληθεί
ήμουν μιλημένος, -η
είχαμε μιληθεί
ήμαστε μιλημένοι, -ες
είχες μιλήσει
είχες μιλημένο
είχατε μιλήσει
είχατε μιλημένο
είχες μιληθεί
ήσουν μιλημένος, -η
είχατε μιληθεί
ήσαστε μιλημένοι, -ες
είχε μιλήσει
είχε μιλημένο
είχαν μιλήσει
είχαν μιλημένο
είχε μιληθεί
ήταν μιλημένος, -η, -ο
είχαν μιληθεί
ήταν μιλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μιλάω
θα μιλώ
θα μιλάμε
θα μιλούμε
θα μιλιέμαιθα μιλιόμαστε
θα μιλάςθα μιλάτεθα μιλιέσαιθα μιλιέστε
θα μιλιόσαστε
θα μιλάει
θα μιλά
θα μιλάν(ε)
θα μιλούν(ε)
θα μιλιέταιθα μιλιούνται
θα μιλιόνται
Fut
ur
θα μιλήσωθα μιλήσουμε
θα μιλήσομε (rare)
θα μιληθώθα μιληθούμε
θα μιλήσειςθα μιλήσετεθα μιληθείςθα μιληθείτε
θα μιλήσειθα μιλήσουν(ε)θα μιληθείθα μιληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μιλήσει
θα έχω μιλημένο
θα έχουμε μιλήσει
θα έχουμε μιλημένο
θα έχω μιληθεί
θα είμαι μιλημένος, -η
θα έχουμε μιληθεί
θα είμαστε μιλημένοι, -ες
θα έχεις μιλήσει
θα έχεις μιλημένο
θα έχετε μιλήσει
θα έχετε μιλημένο
θα έχεις μιληθεί
θα είσαι μιλημένος, -η
θα έχετε μιληθεί
θα είστε μιλημένοι, -ες
θα έχει μιλήσει
θα έχει μιλημένο
θα έχουν μιλήσει
θα έχουν μιλημένο
θα έχει μιληθεί
θα είναι μιλημένος, -η, -ο
θα έχουν μιληθεί
θα είναι μιλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μιλάω
να μιλώ
να μιλάμε
να μιλούμε
να μιλιέμαινα μιλιόμαστε
να μιλάςνα μιλάτενα μιλιέσαινα μιλιέστε
να μιλάει
να μιλά
να μιλάν(ε)
να μιλούν(ε)
να μιλιέταινα μιλιούνται
να μιλιόνται
Aoristνα μιλήσωνα μιλήσουμε
να μιλήσομε (rare)
να μιληθώνα μιληθούμε
να μιλήσειςνα μιλήσετενα μιληθείςνα μιληθείτε
να μιλήσεινα μιλήσουν(ε)να μιληθείνα μιληθούν(ε)
Perfνα έχω μιλήσει
να έχω μιλημένο
να έχουμε μιλήσει
να έχουμε μιλημένο
να έχω μιληθεί
να είμαι μιλημένος, -η
να έχουμε μιληθεί
να είμαστε μιλημένοι, -ες
να έχεις μιλήσει
να έχεις μιλημένο
να έχετε μιλήσει
να έχετε μιλημένο
να έχεις μιληθεί
να είσαι μιλημένος, -η
να έχετε μιληθεί
να είστε μιλημένοι, -η
να έχει μιλήσει
να έχει μιλημένο
να έχουν μιλήσει
να έχουν μιλημένο
να έχει μιληθεί
να είναι μιλημένος, -η, -ο
να έχουν μιληθεί
να είναι μιλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμίλα, μίλαγεμιλάτεμιλιέστε
Aoristμίλησε, μίλαμιλήστεμιλήσουμιληθείτε
Part
izip
Presμιλώντας
Perfέχοντας μιλήσει
έχοντας μιλημένο
μιλημένος, -η, -ομιλημένοι, -ες, -α
InfinAoristμιλήσειμιληθεί





Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Erweiterung. Wenn du Lust hast, beteilige dich daran und entferne diesen Baustein, sobald du den Eintrag ausgebaut hast. Bitte halte dich dabei aber an unsere Formatvorlage!

Folgendes ist zu erweitern: Referenz(en)




Griechische Definition zu μιλώ

μιλώ [miló] & -άω, -ιέμαι : 1. αρθρώνω λέξεις με κανονική φωνή: Tο μωρό μίλησε νωρίς. Mιλάει γρήγορα / δυνατά / ασταμάτητα. Mιλάει με τη μύτη, ένρινα. Mιλάει μέσα από τα δόντια του. Mιλάει στον ύπνο του, παραμιλάει. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback