μεταναστεύω  Verb  [metanastevo, metanasteyw]

Ähnliche Bedeutung wie μεταναστεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μεταναστεύω

... 12-22 cm ανάλογα το είδος στο οποίο ανήκουν καθώς και το χρώμα τους. Μεταναστεύουν κατά δεκάδες εκατοντάδες σε σμήνη, στα μεσογειακά κλίματα από τον Μάρτιο ...

... σμηνών. Τα πυκνότερα σώματα σε ένα σφαιρωτό σμήνος αναμένεται ότι «μεταναστεύουν» προς το κέντρο του σμήνους, και αυτά θα είναι λευκοί νάνοι και αστέρες ...

... της εκούσιας όσο και της αναγκαστικής, είναι η προσπάθεια εκείνων που μεταναστεύουν να απαλλαγούν από διάφορους παράγοντες που καταπιέζουν τη ζωή και την ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΩ
I emigrate
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μεταναστεύωμεταναστεύουμε, μεταναστεύομε
μεταναστεύειςμεταναστεύετε
μεταναστεύειμεταναστεύουν(ε)
Imper
fekt
μετανάστευαμεταναστεύαμε
μετανάστευεςμεταναστεύατε
μετανάστευεμετανάστευαν, μεταναστεύαν(ε)
Aoristμετανάστευσα, μετανάστεψαμεταναστεύσαμε, μεταναστέψαμε
μετανάστευσες, μετανάστεψεςμεταναστεύσατε, μεταναστέψατε
μετανάστευσε, μετανάστεψεμετανάστευσαν, μεταναστεύσαν(ε)
μετανάστεψαν, μεταναστέψαν(ε)
Per
fect
έχω μεταναστεύσει
έχω μεταναστέψει
έχουμε μεταναστεύσει
έχουμε μεταναστέψει
έχεις μεταναστεύσει
έχεις μεταναστέψει
έχετε μεταναστεύσει
έχετε μεταναστέψει
έχει μεταναστεύσει
έχει μεταναστέψει
έχουν μεταναστεύσει
έχουν μεταναστέψει
Plu
per
fect
είχα μεταναστεύσει
είχα μεταναστέψει
είχαμε μεταναστεύσει
είχαμε μεταναστέψει
είχες μεταναστεύσει
είχες μεταναστέψει
είχατε μεταναστεύσει
είχατε μεταναστέψει
είχε μεταναστεύσει
είχε μεταναστέψει
είχαν μεταναστεύσει
είχαν μεταναστέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μεταναστεύωθα μεταναστεύουμε, θα μεταναστεύομε
θα μεταναστεύειςθα μεταναστεύετε
θα μεταναστεύειθα μεταναστεύουν(ε)
Fut
ur
θα μεταναστεύσω, θα μεταναστέψωθα μεταναστεύσουμε, θα μεταναστεύσομε
θα μεταναστέψουμε, θα μεταναστέψομε
θα μεταναστεύσεις, θα μεταναστέψειςθα μεταναστεύσετε, θα μεταναστέψετε
θα μεταναστεύσει, θα μεταναστέψειθα μεταναστεύσουν(ε), θα μεταναστέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μεταναστεύσει
θα έχω μεταναστέψει
θα έχουμε μεταναστεύσει
θα έχουμε μεταναστέψει
θα έχεις μεταναστεύσει
θα έχεις μεταναστέψει
θα έχετε μεταναστεύσει
θα έχετε μεταναστέψει
θα έχει μεταναστεύσει
θα έχει μεταναστέψει
θα έχουν μεταναστεύσει
θα έχουν μεταναστέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μεταναστεύωνα μεταναστεύουμε, να μεταναστεύομε
να μεταναστεύειςνα μεταναστεύετε
να μεταναστεύεινα μεταναστεύουν(ε)
Aoristνα μεταναστεύσω, να μεταναστέψωνα μεταναστεύσουμε, να μεταναστεύσομε
να μεταναστέψουμε, να μεταναστέψομε
να μεταναστεύσεις, να μεταναστέψειςνα μεταναστεύσετε, να μεταναστέψετε
να μεταναστεύσει, να μεταναστέψεινα μεταναστεύσουν(ε), να μεταναστέψουν(ε)
Perfνα έχω μεταναστεύσει
να έχω μεταναστέψει
να έχουμε μεταναστεύσει
να έχουμε μεταναστέψει
να έχεις μεταναστεύσει
να έχεις μεταναστέψει
να έχετε μεταναστεύσει
να έχετε μεταναστέψει
να έχει μεταναστεύσει
να έχει μεταναστέψει
να έχουν μεταναστεύσει
να έχουν μεταναστέψει
Imper
ativ
Presμετανάστευεμεταναστεύετε
Aoristμετανάστευσε, μετανάστεψεμεταναστεύστε, μεταναστεύσετε
μεταναστέψτε, μεταναστέψετε
Part
izip
Presμεταναστεύοντας
Perfέχοντας μεταναστεύσει, έχοντας μεταναστέψει
InfinAoristμεταναστεύσει, μεταναστέψει










Griechische Definition zu μεταναστεύω

μεταναστεύω [metanastévo] .1α : φεύγω από τη χώρα που μένω και εγκαθίσταμαι σε κάποια άλλη· (πρβ. αποδημώ): Οι άνθρωποι μεταναστεύουν για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς κτλ. || Mεταναστεύουν τα ζώα / τα πουλιά.

[λόγ. < ελνστ. μεταναστεύω `αναχωρώ΄ με αλλ. της σημ. κατά το μετανάστης σημδ. γαλλ. émigrer, αγγλ. migrate]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μεταναστεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15