μάθηση  

  • lernen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος, καθώς ο χρόνος είναι ότι πολυτιμότερο έχουμε. Αλλά ο χρόνος που φεύγει για την εκμάθηση γλωσσών δεν τον λυπάμαι ποτέ. Επειδή με κάθε νέα λέξη που μαθαίνω ο κόσμος γίνεται κατά κάτι πιο ενδιαφέρον.

Το σχολίο είνα γιά να μάθηση!

Quelle: glavkos, EmeraldDoge


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

mathisi, mathhsh


Deutsche Synonyme zu: μάθηση

bimsen studieren büffeln pauken erlernen lernen (sich) aneignen erwerben (sich) zu eigen machen (sich) Wissen aneignen


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ μάθηση μαθήσεις
Genitiv μάθησης
& μαθήσεως
μαθήσεων
Akkusativ μάθηση μαθήσεις
Vokativ μάθηση μαθήσεις
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15