λησμονώ  Verb  [lismono, lhsmonw]

Ähnliche Bedeutung wie λησμονώ


Beispielsätze λησμονώ

... Το Μη Με Λησμόνει είναι ορεινό πολυετές φυτό με μπλε, άοσμα άνθη, βλαστούς έρποντες και τριχωτούς και φύλλα λογχοειδή. Είναι μια ανθεκτική πόα ύψους φυτών ...

... («μη-με-λησμόνει») ως μυστικό σημάδι αναγνώρισης μεταξύ τους. Στις μέρες μας, ελευθεροτέκτονες ανα την υφήλιο φέρουν το σήμα «μη-με-λησμόνει» στο πέτο ...

... του αριθμού, μια σκόπιμη πρόκληση στον Αντώνιο, την οποία εκείνος δε λησμόνησε έξι χρόνια αργότερα, όταν οι δύο άνδρες συγκρούστηκαν οριστικά. Ο Οκταβιανός ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vernachlässigen

... Manche Studenten beschäftigen sich mit Sport und vernachlässigen ihr Studium. ...

... besteht und die sonstigen biotischen und abiotischen Umweltfaktoren konstant oder zu vernachlässigen sind. Erste Lotka-Volterra-Regel (Periodische ...

... Selbstvertrauen als auch an Ernsthaftigkeit, um die Leitung des Hofes zu übernehmen. Prompt schlagen alle Tiere über die Stränge, vernachlässigen ihre Arbeiten und ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΛΗΣΜΟΝΩ
I forget
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λησμονάω, lismono">λησμονώλησμονάμε, λησμονούμελησμονιέμαιλησμονιόμαστε
λησμονάςλησμονάτελησμονιέσαιλησμονιέστε, λησμονιόσαστε
λησμονάει, λησμονάλησμονάν(ε), λησμονούν(ε)λησμονιέταιλησμονιούνται, λησμονιόνται
Imper
fekt
λησμονούσα, λησμόναγαλησμονούσαμε, λησμονάγαμελησμονιόμουν(α)λησμονιόμαστε, λησμονιόμασταν
λησμονούσες, λησμόναγεςλησμονούσατε, λησμονάγατελησμονιόσουν(α)λησμονιόσαστε, λησμονιόσασταν
λησμονούσε, λησμόναγελησμονούσαν(ε), λησμόναγαν, λησμονάγανελησμονιόταν(ε)λησμονιόνταν(ε), λησμονιούνταν, λησμονιόντουσαν
Aoristλησμόνησαλησμονήσαμελησμονήθηκαλησμονηθήκαμε
λησμόνησεςλησμονήσατελησμονήθηκεςλησμονηθήκατε
λησμόνησελησμόνησαν, λησμονήσαν(ε)λησμονήθηκελησμονήθηκαν, λησμονηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω λησμονήσει
έχω λησμονημένο
έχουμε λησμονήσει
έχουμε λησμονημένο
έχω λησμονηθεί
είμαι λησμονημένος, -η
έχουμε λησμονηθεί
είμαστε λησμονημένοι, -ες
έχεις λησμονήσει
έχεις λησμονημένο
έχετε λησμονήσει
έχετε λησμονημένο
έχεις λησμονηθεί
είσαι λησμονημένος, -η
έχετε λησμονηθεί
είστε λησμονημένοι, -ες
έχει λησμονήσει
έχει λησμονημένο
έχουν λησμονήσει
έχουν λησμονημένο
έχει λησμονηθεί
είναι λησμονημένος, -η, -ο
έχουν λησμονηθεί
είναι λησμονημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα λησμονήσει
είχα λησμονημένο
είχαμε λησμονήσει
είχαμε λησμονημένο
είχα λησμονηθεί
ήμουν λησμονημένος, -η
είχαμε λησμονηθεί
ήμαστε λησμονημένοι, -ες
είχες λησμονήσει
είχες λησμονημένο
είχατε λησμονήσει
είχατε λησμονημένο
είχες λησμονηθεί
ήσουν λησμονημένος, -η
είχατε λησμονηθεί
ήσαστε λησμονημένοι, -ες
είχε λησμονήσει
είχε λησμονημένο
είχαν λησμονήσει
είχαν λησμονημένο
είχε λησμονηθεί
ήταν λησμονημένος, -η, -ο
είχαν λησμονηθεί
ήταν λησμονημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λησμονάω, θα λησμονώθα λησμονάμε, θα λησμονούμεθα λησμονιέμαιθα λησμονιόμαστε
θα λησμονάςθα λησμονάτεθα λησμονιέσαιθα λησμονιέστε, θα λησμονιόσαστε
θα λησμονάει, θα λησμονάθα λησμονάν(ε), θα λησμονούν(ε)θα λησμονιέταιθα λησμονιούνται, θα λησμονιόνται
Fut
ur
θα λησμονήσωθα λησμονήσουμε, θα λησμονήσομεθα λησμονηθώθα λησμονηθούμε
θα λησμονήσειςθα λησμονήσετεθα λησμονηθείςθα λησμονηθείτε
θα λησμονήσειθα λησμονήσουν(ε)θα λησμονηθείθα λησμονηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λησμονήσει
θα έχω λησμονημένο
θα έχουμε λησμονήσει
θα έχουμε λησμονημένο
θα έχω λησμονηθεί
θα είμαι λησμονημένος, -η
θα έχουμε λησμονηθεί
θα είμαστε λησμονημένοι, -ες
θα έχεις λησμονήσει
θα έχεις λησμονημένο
θα έχετε λησμονήσει
θα έχετε λησμονημένο
θα έχεις λησμονηθεί
θα είσαι λησμονημένος, -η
θα έχετε λησμονηθεί
θα είστε λησμονημένοι, -ες
θα έχει λησμονήσει
θα έχει λησμονημένο
θα έχουν λησμονήσει
θα έχουν λησμονημένο
θα έχει λησμονηθεί
θα είναι λησμονημένος, -η, -ο
θα έχουν λησμονηθεί
θα είναι λησμονημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λησμονάω, να λησμονώνα λησμονάμε, να λησμονούμενα λησμονιέμαινα λησμονιόμαστε
να λησμονάςνα λησμονάτενα λησμονιέσαινα λησμονιέστε, να λησμονιόσαστε
να λησμονάει, να λησμονάνα λησμονάν(ε), να λησμονούν(ε)να λησμονιέταινα λησμονιούνται, να λησμονιόνται
Aoristνα λησμονήσωνα λησμονήσουμε, να λησμονήσομενα λησμονηθώνα λησμονηθούμε
να λησμονήσειςνα λησμονήσετενα λησμονηθείςνα λησμονηθείτε
να λησμονήσεινα λησμονήσουν(ε)να λησμονηθείνα λησμονηθούν(ε)
Perfνα έχω λησμονήσει
να έχω λησμονημένο
να έχουμε λησμονήσει
να έχουμε λησμονημένο
να έχω λησμονηθεί
να είμαι λησμονημένος, -η
να έχουμε λησμονηθεί
να είμαστε λησμονημένοι, -ες
να έχεις λησμονήσει
να έχεις λησμονημένο
να έχετε λησμονήσει
να έχετε λησμονημένο
να έχεις λησμονηθεί
να είσαι λησμονημένος, -η
να έχετε λησμονηθεί
να είστε λησμονημένοι, -η
να έχει λησμονήσει
να έχει λησμονημένο
να έχουν λησμονήσει
να έχουν λησμονημένο
να έχει λησμονηθεί
να είναι λησμονημένος, -η, -ο
να έχουν λησμονηθεί
να είναι λησμονημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλησμόνα, λησμόναγελησμονάτελησμονιέστε
Aoristλησμόνησε, λησμόναλησμονήστελησμονήσουλησμονηθείτε
Part
izip
Presλησμονώντας
Perfέχοντας λησμονήσει, έχοντας λησμονημένολησμονημένος, -η, -ολησμονημένοι, -ες, -α
InfinAoristλησμονήσειλησμονηθεί







Person Wortform
Präsens ich entfalle
du entfällst
er, sie, es entfällt
Präteritum ich entfiel
Konjunktiv II ich entfiele
Imperativ Singular entfalle!
Plural entfallt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
entfallen sein
Alle weiteren Formen: Flexion:entfallen



Person Wortform
Präsens ich vergesse
du vergisst
er, sie, es vergisst
Präteritum ich vergaß
Konjunktiv II ich vergäße
Imperativ Singular vergiss!
Plural vergesst!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
vergessen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:vergessen


Griechische Definition zu λησμονώ

λησμονώ [divzmonó] -ιέμαι : (συναισθ.) ξεχνώ. ΠAΡ Mάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται, ξεχνάει κανείς εύκολα αυτόν με τον οποίο δεν έχει συχνή επαφή. Ο Θεός* αργεί, μα δε λησμονεί.

[ελνστ. λησμονῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λησμονώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15