λάμπω  Verb  [labo, lampw]

Ähnliche Bedeutung wie λάμπω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze λάμπω

... Ο Λάμπης Κουιρουκίδης (γεν. 1931) είναι Έλληνας πρώην επιθετικός ποδοσφαιριστής, ο οποίος αγωνίστηκε με επιτυχία στην ομάδα του ΠΑΟΚ την δεκαετία του 1950 ...

... Οι Λάμπες είναι μικρός οικισμός κοντά στην Μεθώνη και υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Πύλου - Νέστορος, του Νομού Μεσσηνίας. Οι Λάμπες βρίσκονται νοτιοανατολικά ...

... Η Λουΐζ Λαμπέ (Louise Labé, 2 Ιανουαρίου 1524 - 25 Απριλίου 1566), γνωστή και ως Η Ωραία Σχοινοποιός (La Belle Cordière), ήταν Γαλλίδα ποιήτρια της Αναγέννησης ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze leuchten

... Die Sterne leuchten hoch am Himmel. ...

... Thomas Anders schreibt über seinen Ex-Kollegen: "Er entzieht anderen die Energie, nur damit er noch heller leuchten kann ..." ...

... Hast du gesehen, wie viele Juwelen sie getragen hat? Sie ist extrem eitel. Sie will immer heller und greller leuchten als alle anderen. ...

Quelle: xtofu80, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΛΑΜΠΩ
I shine
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λάμπωλάμπουμε, λάμπομε
λάμπειςλάμπετε
λάμπειλάμπουν(ε)
Imper
fekt
έλαμπαλάμπαμε
έλαμπεςλάμπατε
έλαμπεέλαμπαν, λάμπαν(ε)
Aoristέλαμψαλάμψαμε
έλαμψεςλάμψατε
έλαμψεέλαμψαν, λάμψαν(ε)
Per
fect
έχω λάμψειέχουμε λάμψει
έχεις λάμψειέχετε λάμψει
έχει λάμψειέχουν λάμψει
Plu
per
fect
είχα λάμψειείχαμε λάμψει
είχες λάμψειείχατε λάμψει
είχε λάμψειείχαν λάμψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λάμπωθα λάμπουμε, θα λάμπομε
θα λάμπειςθα λάμπετε
θα λάμπειθα λάμπουν(ε)
Fut
ur
θα λάμψωθα λάμψουμε, θα λάμψομε
θα λάμψειςθα λάμψετε
θα λάμψειθα λάμψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λάμψειθα έχουμε λάμψει
θα έχεις λάμψειθα έχετε λάμψει
θα έχει λάμψειθα έχουν λάμψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λάμπωνα λάμπουμε, να λάμπομε
να λάμπειςνα λάμπετε
να λάμπεινα λάμπουν(ε)
Aoristνα λάμψωνα λάμψουμε, να λάμψομε
να λάμψειςνα λάμψετε
να λάμψεινα λάμψουν(ε)
Perfνα έχω λάμψεινα έχουμε λάμψει
να έχεις λάμψεινα έχετε λάμψει
να έχει λάμψεινα έχουν λάμψει
Imper
ativ
Presλάμπελάμπετε
Aoristλάμψελάμψτε, λάμψετε
Part
izip
Presλάμποντας
Perfέχοντας λάμψει
InfinAoristλάμψει











Singular

Plural

Nominativ das Leuchten

Genitiv des Leuchtens

Dativ dem Leuchten

Akkusativ das Leuchten





Griechische Definition zu λάμπω

λάμπω [lámbo] Ρ4α : 1. εκπέμπω ζωηρό, έντονο φως, λάμψη· φέγγω, ακτινοβολώ, αστράφτω, άμεσα ή από αντανάκλαση: Ο ήλιος λάμπει. Tα διαμάντια έλαμπαν στο φως της βιτρίνας του κοσμηματοπωλείου. (γνωμ.) ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λάμπω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15