κυριεύω  Verb  [kirievo, kyrieyw]

Ähnliche Bedeutung wie κυριεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κυριεύω

... αόριστο του ρ. αἱρέω -ῶ [1. (για έμψυχα) = συλλαμβάνω. 2. (για άψυχα)  = κυριεύω]> εἷλον  [θέμα ἑλ-] / παθ. ἁλίσκομαι > ἑάλων, ἥλων, και ναῦς, νεώς / νηός ...

... θάνατο του αρχηγού τους Αττίλα, το κράτος τους διαλύεται. 410: Η Ρώμη κυριεύεται από τους Βησιγότθους. 439: Οι Βάνδαλοι κατακτούν την Καρχηδόνα. 455: Ιδρύεται ...

... Χ. | 1ος αιώνας | ► ◄◄ | ◄ | 87 π.Χ. | 86 π.Χ. | 85 π.Χ. | 84 π.Χ. | 83 π.Χ. | 82 π.Χ. | 81 π.Χ. | ► | ►► Οι Ναβαταίοι Άραβες κυριεύουν τη Δαμασκό. ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beschleichen

... Rebeccas Unschuld zu überzeugen, sie wird freigesprochen. Nach dem Prozess beschleichen Frank jedoch Zweifel, ob Rebecca wirklich unschuldig ist. Er stellt sie ...

... Meeresboden umher, und ihre Flossen berühren nicht einmal den Boden, etwa beim Beschleichen ihrer Beute, wobei die Brustflossen um 180 Grad um die Längsachse gedreht ...

... unzureichender Fettreserven nicht in den Winterschlaf verfallen. Sie beschleichen dann die nachts im Nest ruhenden Wildschweine oder überfallen sie in ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΥΡΙΕΥΩ
I conquer
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κυριεύωκυριεύουμε, κυριεύομεκυριεύομαικυριευόμαστε
κυριεύειςκυριεύετεκυριεύεσαικυριεύεστε, κυριευόσαστε
κυριεύεικυριεύουν(ε)κυριεύεταικυριεύονται
Imper
fekt
κυρίευακυριεύαμεκυριευόμουν(α)κυριευόμαστε
κυρίευεςκυριεύατεκυριευόσουν(α)κυριευόσαστε
κυρίευεκυρίευαν, κυριεύαν(ε)κυριευόταν(ε)κυριεύονταν
Aoristκυρίευσα, κυρίεψακυριεύσαμε, κυριέψαμεκυριεύτηκα, κυριεύθηκακυριευτήκαμε, κυριευθήκαμε
κυρίευσες, κυρίεψεςκυριεύσατε, κυριέψατεκυριεύτηκες, κυριεύθηκεςκυριευτήκατε, κυριευθήκατε
κυρίευσε, κυρίεψεκυρίευσαν, κυριεύσαν(ε)
κυρίεψαν, κυριέψαν(ε)
κυριεύτηκε, κυριεύθηκεκυριεύτηκαν, κυριευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω κυριεύσει
έχω κυριέψει
έχω κυριευμένο
έχουμε κυριεύσει
έχουμε κυριέψει
έχουμε κυριευμένο
έχω κυριευτεί
έχω κυριευθεί
είμαι κυριευμένος, -η
έχουμε κυριευτεί
έχουμε κυριευθεί
είμαστε κυριευμένοι, -ες
έχεις κυριεύσει
έχεις κυριέψει
έχεις κυριευμένο
έχετε κυριεύσει
έχετε κυριέψει
έχετε κυριευμένο
έχεις κυριευτεί
έχεις κυριευθεί
είσαι κυριευμένος, -η
έχετε κυριευτεί
έχετε κυριευθεί
είστε κυριευμένοι, -ες
έχει κυριεύσει
έχει κυριέψει
έχει κυριευμένο
έχουν κυριεύσει
έχουν κυριέψει
έχουν κυριευμένο
έχει κυριευτεί
έχει κυριευθεί
είναι κυριευμένος, -η, -ο
έχουν κυριευτεί
έχουν κυριευθεί
είναι κυριευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κυριεύσει
είχα κυριέψει
είχα κυριευμένο
είχαμε κυριεύσει
είχαμε κυριέψει
είχαμε κυριευμένο
είχα κυριευτεί
είχα κυριευθεί
ήμουν κυριευμένος, -η
είχαμε κυριευτεί
είχαμε κυριευθεί
ήμαστε κυριευμένοι, -ες
είχες κυριεύσει
είχες κυριέψει
είχες κυριευμένο
είχατε κυριεύσει
είχατε κυριέψει
είχατε κυριευμένο
είχες κυριευτεί
είχες κυριευθεί
ήσουν κυριευμένος, -η
είχατε κυριευτεί
είχατε κυριευθεί
ήσαστε κυριευμένοι, -ες
είχε κυριεύσει
είχε κυριέψει
είχε κυριευμένο
είχαν κυριεύσει
είχαν κυριέψει
είχαν κυριευμένο
είχε κυριευτεί
είχε κυριευθεί
ήταν κυριευμένος, -η, -ο
είχαν κυριευτεί
είχαν κυριευθεί
ήταν κυριευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κυριεύωθα κυριεύουμε, θα κυριεύομεθα κυριεύομαιθα κυριευόμαστε
θα κυριεύειςθα κυριεύετεθα κυριεύεσαιθα κυριεύεστε, θα κυριευόσαστε
θα κυριεύειθα κυριεύουν(ε)θα κυριεύεταιθα κυριεύονται
Fut
ur
θα κυριεύσω, θα κυριέψωθα κυριεύσουμε, θα κυριεύσομε
θα κυριέψουμε, θα κυριέψομε
θα κυριευτώ, θα κυριευθώθα κυριευτούμε, θα κυριευθούμε
θα κυριεύσεις, θα κυριέψειςθα κυριεύσετε, θα κυριέψετεθα κυριευτείς, θα κυριευθείςθα κυριευτείτε, θα κυριευθείτε
θα κυριεύσει, θα κυριέψειθα κυριεύσουν(ε), θα κυριέψουν(ε)θα κυριευτεί, θα κυριευθείθα κυριευτούν(ε), θα κυριευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κυριεύσει
θα έχω κυριέψει
θα έχω κυριευμένο
θα έχουμε κυριεύσει
θα έχουμε κυριέψει
θα έχουμε κυριευμένο
θα έχω κυριευτεί
θα έχω κυριευθεί
θα είμαι κυριευμένος, -η
θα έχουμε κυριευτεί
θα έχουμε κυριευθεί
θα είμαστε κυριευμένοι, -ες
θα έχεις κυριεύσει
θα έχεις κυριέψει
θα έχεις κυριευμένο
θα έχετε κυριεύσει
θα έχετε κυριέψει
θα έχετε κυριευμένο
θα έχεις κυριευτεί
θα έχεις κυριευθεί
θα είσαι κυριευμένος, -η
θα έχετε κυριευτεί
θα έχετε κυριευθεί
θα είστε κυριευμένοι, -ες
θα έχει κυριεύσει
θα έχει κυριέψει
θα έχει κυριευμένο
θα έχουν κυριεύσει
θα έχουν κυριέψει
θα έχουν κυριευμένο
θα έχει κυριευτεί
θα έχει κυριευθεί
θα είναι κυριευμένος, -η, -ο
θα έχουν κυριευτεί
θα έχουν κυριευθεί
θα είναι κυριευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κυριεύωνα κυριεύουμε, να κυριεύομενα κυριεύομαινα κυριευόμαστε
να κυριεύειςνα κυριεύετενα κυριεύεσαινα κυριεύεστε, να κυριευόσαστε
να κυριεύεινα κυριεύουν(ε)να κυριεύεταινα κυριεύονται
Aoristνα κυριεύσω, να κυριέψωνα κυριεύσουμε, να κυριεύσομε
να κυριέψουμε, να κυριέψομε
να κυριευτώ, να κυριευθώνα κυριευτούμε, να κυριευθούμε
να κυριεύσεις, να κυριέψειςνα κυριεύσετε, να κυριέψετενα κυριευτείς, να κυριευθείςνα κυριευτείτε, να κυριευθείτε
να κυριεύσει, να κυριέψεινα κυριεύσουν(ε), να κυριέψουν(ε)να κυριευτεί, να κυριευθείνα κυριευτούν(ε), να κυριευθούν(ε)
Perfνα έχω κυριεύσει
να έχω κυριέψει
να έχω κυριευμένο
να έχουμε κυριεύσει
να έχουμε κυριέψει
να έχουμε κυριευμένο
να έχω κυριευτεί
να έχω κυριευθεί
να είμαι κυριευμένος, -η
να έχουμε κυριευτεί
να έχουμε κυριευθεί
να είμαστε κυριευμένοι, -ες
να έχεις κυριεύσει
να έχεις κυριέψει
να έχεις κυριευμένο
να έχετε κυριεύσει
να έχετε κυριέψει
να έχετε κυριευμένο
να έχεις κυριευτεί
να έχεις κυριευθεί
να είσαι κυριευμένος, -η
να έχετε κυριευτεί
να έχετε κυριευθεί
να είστε κυριευμένοι, -ες
να έχει κυριεύσει
να έχει κυριέψει
να έχει κυριευμένο
να έχουν κυριεύσει
να έχουν κυριέψει
να έχουν κυριευμένο
να έχει κυριευτεί
να έχει κυριευθεί
να είναι κυριευμένος, -η, -ο
να έχουν κυριευτεί
να έχουν κυριευθεί
να είναι κυριευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκυρίευεκυριεύετεκυριεύεστε
Aoristκυρίευσε, κυρίεψεκυριεύστε, κυριεύσετε
κυριέψτε, κυριέψετε
κυριεύσουκυριευτείτε, κυριευθείτε
Part
izip
Presκυριεύονταςκυριευόμενος
Perfέχοντας κυριεύσει, έχοντας κυριέψει
έχοντας κυριευμένο
κυριευμένος, -η, -οκυριευμένοι, -ες, -α
InfinAoristκυριεύσει, κυριέψεικυριευτεί, κυριευθεί







Person Wortform
Präsens ich befalle
du befällst
er, sie, es befällt
Präteritum ich befiel
Konjunktiv II ich befiele
Imperativ Singular befall!
Plural befallt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
befallen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:befallen




Griechische Definition zu κυριεύω

κυριεύω [kiriévo] -ομαι : 1. γίνομαι κύριος ενός οχυρωμένου μέρους, μιας οχυρής θέσης, κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής επιχείρησης: Tο φρούριο κυριεύτηκε με έφοδο. Ο στρατός κατάφερε να κυριεύσει το λόφο. || (επέκτ.) κατακτώ, καταλαμβάνω (για να τονιστεί περισσότερο η έννοια της κατάκτησης): Tα χιτλερικά στρατεύματα κυρίευσαν την Ευρώπη. Στόχος του Nαπολέοντα ήταν να κυριεύσει τη Ρωσία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κυριεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15