κυλώ  Verb  [kilo, kylw]

Ähnliche Bedeutung wie κυλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κυλώ

... Ο Κύλων (7ος αιώνας π.Χ.) ήταν Αθηναίος ευγενής του οποίου η ονομασία συνδέθηκε με την υπόθεση του Κυλώνειου Άγους. Υπήρξε ολυμπιονίκης στο αγώνισμα του ...

... Το Κύλας ήταν τορπιλοβόλο. Μετονομάστηκε σε τορπιλοβόλο : ‘17’. Κατασκευάστηκε το 1881. Ιδίου τύπου τα τορπιλοβόλα : ‘Σάμος ΙΙ’, ‘Χίος IΙ’, ‘Μυτιλήνη’ ...

... Η 23η διοργάνωση του κυπέλλου Ελλάδας 1964-65 ήταν μια διοργάνωση που κύλησε χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις αλλά ούτε και εκπλήξεις, αφού εύκολα ή δύσκολα τα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze rollen

... Die Ōsakaner rollen das r manchmal so wie im Spanischen. ...

... Farbenprächtig, sauber und vor allem pünktlich rollen die Züge in den gediegenen Hauptbahnhof in Zürich. ...

... Das Projekt hätte eigentlich gestern fertig sein müssen. Wenn einer von euch je wieder eine Frist versäumt, dann rollen Köpfe! ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΚΥΛΩ
I roll
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κυλάω, κυλώκυλάμε, κυλούμεκυλιέμαικυλιόμαστε
κυλάςκυλάτεκυλιέσαικυλιέστε, κυλιόσαστε
κυλάει, κυλάκυλάν(ε), κυλούν(ε)κυλιέταικυλιούνται, κυλιόνται
Imper
fekt
κυλούσα, κύλαγακυλούσαμε, κυλάγαμεκυλιόμουν(α)κυλιόμαστε, κυλιόμασταν
κυλούσες, κύλαγεςκυλούσατε, κυλάγατεκυλιόσουν(α)κυλιόσαστε, κυλιόσασταν
κυλούσε, κύλαγεκυλούσαν(ε), κύλαγαν, κυλάγανεκυλιόταν(ε)κυλιόνταν(ε), κυλιούνταν, κυλιόντουσαν
Aoristκύλησακυλήσαμεκυλίστηκακυλιστήκαμε
κύλησεςκυλήσατεκυλίστηκεςκυλιστήκατε
κύλησεκύλησαν, κυλήσαν(ε)κυλίστηκεκυλίστηκαν, κυλιστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κυλήσει
έχω κυλισμένο
έχουμε κυλήσει
έχουμε κυλισμένο
έχω κυλιστεί
είμαι κυλισμένος, -η
έχουμε κυλιστεί
είμαστε κυλισμένοι, -ες
έχεις κυλήσει
έχεις κυλισμένο
έχετε κυλήσει
έχετε κυλισμένο
έχεις κυλιστεί
είσαι κυλισμένος, -η
έχετε κυλιστεί
είστε κυλισμένοι, -ες
έχει κυλήσει
έχει κυλισμένο
έχουν κυλήσει
έχουν κυλισμένο
έχει κυλιστεί
είναι κυλισμένος, -η, -ο
έχουν κυλιστεί
είναι κυλισμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κυλήσει
είχα κυλισμένο
είχαμε κυλήσει
είχαμε κυλισμένο
είχα κυλιστεί
ήμουν κυλισμένος, -η
είχαμε κυλιστεί
ήμαστε κυλισμένοι, -ες
είχες κυλήσει
είχες κυλισμένο
είχατε κυλήσει
είχατε κυλισμένο
είχες κυλιστεί
ήσουν κυλισμένος, -η
είχατε κυλιστεί
ήσαστε κυλισμένοι, -ες
είχε κυλήσει
είχε κυλισμένο
είχαν κυλήσει
είχαν κυλισμένο
είχε κυλιστεί
ήταν κυλισμένος, -η, -ο
είχαν κυλιστεί
ήταν κυλισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κυλάω, θα κυλώθα κυλάμε, θα κυλούμεθα κυλιέμαιθα κυλιόμαστε
θα κυλάςθα κυλάτεθα κυλιέσαιθα κυλιέστε, θα κυλιόσαστε
θα κυλάει, θα κυλάθα κυλάν(ε), θα κυλούν(ε)θα κυλιέταιθα κυλιούνται, θα κυλιόνται
Fut
ur
θα κυλήσωθα κυλήσουμε, θα κυλήσομεθα κυλιστώθα κυλιστούμε
θα κυλήσειςθα κυλήσετεθα κυλιστείςθα κυλιστείτε
θα κυλήσειθα κυλήσουν(ε)θα κυλιστείθα κυλιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κυλήσει
θα έχω κυλισμένο
θα έχουμε κυλήσει
θα έχουμε κυλισμένο
θα έχω κυλιστεί
θα είμαι κυλισμένος, -η
θα έχουμε κυλιστεί
θα είμαστε κυλισμένοι, -ες
θα έχεις κυλήσει
θα έχεις κυλισμένο
θα έχετε κυλήσει
θα έχετε κυλισμένο
θα έχεις κυλιστεί
θα είσαι κυλισμένος, -η
θα έχετε κυλιστεί
θα είστε κυλισμένοι, -ες
θα έχει κυλήσει
θα έχει κυλισμένο
θα έχουν κυλήσει
θα έχουν κυλισμένο
θα έχει κυλιστεί
θα είναι κυλισμένος, -η, -ο
θα έχουν κυλιστεί
θα είναι κυλισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κυλάω, να κυλώνα κυλάμε, να κυλούμενα κυλιέμαινα κυλιόμαστε
να κυλάςνα κυλάτενα κυλιέσαινα κυλιέστε, να κυλιόσαστε
να κυλάει, να κυλάνα κυλάν(ε), να κυλούν(ε)να κυλιέταινα κυλιούνται, να κυλιόνται
Aoristνα κυλήσωνα κυλήσουμε, να κυλήσομενα κυλιστώνα κυλιστούμε
να κυλήσειςνα κυλήσετενα κυλιστείςνα κυλιστείτε
να κυλήσεινα κυλήσουν(ε)να κυλιστείνα κυλιστούν(ε)
Perfνα έχω κυλήσει
να έχω κυλισμένο
να έχουμε κυλήσει
να έχουμε κυλισμένο
να έχω κυλιστεί
να είμαι κυλισμένος, -η
να έχουμε κυλιστεί
να είμαστε κυλισμένοι, -ες
να έχεις κυλήσει
να έχεις κυλισμένο
να έχετε κυλήσει
να έχετε κυλισμένο
να έχεις κυλιστεί
να είσαι κυλισμένος, -η
να έχετε κυλιστεί
να είστε κυλισμένοι, -η
να έχει κυλήσει
να έχει κυλισμένο
να έχουν κυλήσει
να έχουν κυλισμένο
να έχει κυλιστεί
να είναι κυλισμένος, -η, -ο
να έχουν κυλιστεί
να είναι κυλισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκύλα, κύλαγεκυλάτεκυλιέστε
Aoristκύλησε, κύλακυλήστεκυλίσουκυλιστείτε
Part
izip
Presκυλώντας
Perfέχοντας κυλήσει, έχοντας κυλισμένοκυλισμένος, -η, -οκυλισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκυλήσεικυλιστεί














Griechische Definition zu κυλώ

κυλώ [kiló] & -άω .1α : 1. για κτ. που κινείται προς τα εμπρός με περιστροφή γύρω από τον εαυτό του και με ομαλή μη διακοπτόμενη κίνηση, λόγω κυρίως της αποστρογγυλεμένης μορφής του: Tα παιδιά κυλούσαν σιδερένια στεφάνια. Tο νόμισμα κύλησε κάτω από το τραπέζι. Ένας βράχος κύλησε από την πλαγιά του βουνού. ΠAΡ Πέτρα που κυλά χόρτο δεν πιάνει, η δράση και η κινητικότητα αποτρέπουν την αποτελμάτωση. Kύλησε ο τέντζερης* και βρήκε το καπάκι. || για όχημα ή γενικά για κτ. που κινείται με ρόδες: Tο τρένο κυλάει αργά πάνω στις ράγες. Οι μαμάδες κυλούσαν καροτσάκια με μωρά. 2. για υγρά που κινούνται σε μια επιφάνεια που παρουσιάζει μικρή κλίση: Ο Πηνειός κυλάει ήρεμα μέσα από το θεσσαλικό κάμπο. Σταγόνες βροχής κυλούσαν στο τζάμι. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της / στο πρόσωπό της. ΦΡ κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι*. 3. (μτφ.) για κτ. που έχει απρόσκοπτη, ομαλή ροή: Tα χρόνια κύλησαν γρήγορα. Θα κυλήσει ο καιρός χωρίς να το καταλάβεις. Tο κείμε νο κυλάει. H συζήτηση / η βραδιά κύλησε ήρεμα.

[μσν. κυλώ < αρχ. κυλίω μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. κυλισ- κατά το σχ.: μιλησ- (εμίλησα) - μιλώ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κυλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15