κουβεντιάζω  Verb  [kuventiazo, koybentiazw]

Ähnliche Bedeutung wie κουβεντιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κουβεντιάζω

... δοκίμια και πολλές επιφυλλίδες στην εφημερίδα Νέα και στην στήλη κουβεντιάζοντας. Ο Κώστας Μουρσελάς πέθανε στις 15 Ιουλίου 2017. «Πέθανε ο συγγραφέας ...

... έναν αέρα χιούμορ στη φωνή της. Όταν αυτές οι δύο αδελφές ήταν μαζί κουβεντιάζοντας με τον Μωάμεθ Ε΄, γελούσαν και προσπαθούσαν να τον διασκεδάσουν και ...

... ταχείς ρυθμούς και σε βαθιά φωνή. Όταν αυτές οι δύο αδελφές ήταν μαζί κουβεντιάζοντας με τον ετεροθαλή αδελφό τους, Μωάμεθ Ε΄, γελούσαν και προσπαθούσαν ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΩ
I talk
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουβεντιάζωκουβεντιάζουμε, κουβεντιάζομεκουβεντιάζομαικουβεντιαζόμαστε
κουβεντιάζειςκουβεντιάζετεκουβεντιάζεσαικουβεντιάζεστε, κουβεντιαζόσαστε
κουβεντιάζεικουβεντιάζουν(ε)κουβεντιάζεταικουβεντιάζονται
Imper
fekt
κουβέντιαζακουβεντιάζαμεκουβεντιαζόμουν(α)κουβεντιαζόμαστε, κουβεντιαζόμασταν
κουβέντιαζεςκουβεντιάζατεκουβεντιαζόσουν(α)κουβεντιαζόσαστε, κουβεντιαζόσασταν
κουβέντιαζεκουβέντιαζαν, κουβεντιάζαν(ε)κουβεντιαζόταν(ε)κουβεντιάζονταν, κουβεντιαζόντανε, κουβεντιαζόντουσαν
Aoristκουβέντιασακουβεντιάσαμεκουβεντιάστηκακουβεντιαστήκαμε
κουβέντιασεςκουβεντιάσατεκουβεντιάστηκεςκουβεντιαστήκατε
κουβέντιασεκουβέντιασαν, κουβεντιάσαν(ε)κουβεντιάστηκεκουβεντιάστηκαν, κουβεντιαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω κουβεντιάσει
έχω κουβεντιασμένο
έχουμε κουβεντιάσει
έχουμε κουβεντιασμένο
έχω κουβεντιαστεί
είμαι κουβεντιασμένος, -η
έχουμε κουβεντιαστεί
είμαστε κουβεντιασμένοι, -ες
έχεις κουβεντιάσει
έχεις κουβεντιασμένο
έχετε κουβεντιάσει
έχετε κουβεντιασμένο
έχεις κουβεντιαστεί
είσαι κουβεντιασμένος, -η
έχετε κουβεντιαστεί
είστε κουβεντιασμένοι, -ες
έχει κουβεντιάσει
έχει κουβεντιασμένο
έχουν κουβεντιάσει
έχουν κουβεντιασμένο
έχει κουβεντιαστεί
είναι κουβεντιασμένος, -η, -ο
έχουν κουβεντιαστεί
είναι κουβεντιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κουβεντιάσει
είχα κουβεντιασμένο
είχαμε κουβεντιάσει
είχαμε κουβεντισμένο
είχα κουβεντιαστεί
ήμουν κουβεντιασμένος, -η
είχαμε κουβεντιαστεί
ήμαστε κουβεντιασμένοι, -ες
είχες κουβεντιάσει
είχες κουβεντιασμένο
είχατε κουβεντιάσει
είχατε κουβεντιασμένο
είχες κουβεντιαστεί
ήσουν κουβεντιασμένος, -η
είχατε κουβεντιαστεί
ήσαστε κουβεντιασμένοι, -ες
είχε κουβεντιάσει
είχε κουβεντιασμένο
είχαν κουβεντιάσει
είχαν κουβεντιασμένο
είχε κουβεντιαστεί
ήταν κουβεντιασμένος, -η, -ο
είχαν κουβεντιαστεί
ήταν κουβεντιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουβεντιάζωθα κουβεντιάζουμε, θα κουβεντιάζομεθα κουβεντιάζομαιθα κουβεντιαζόμαστε
θα κουβεντιάζειςθα κουβεντιάζετεθα κουβεντιάζεσαιθα κουβεντιάζεστε, θα κουβεντιαζόσαστε
θα κουβεντιάζειθα κουβεντιάζουν(ε)θα κουβεντιάζεταιθα κουβεντιάζονται
Fut
ur
θα κουβεντιάσωθα κουβεντιάσουμε, θα κουβεντιάζομεθα κουβεντιαστώθα κουβεντιαστούμε
θα κουβεντιάσειςθα κουβεντιάσετεθα κουβεντιαστείςθα κουβεντιαστείτε
θα κουβεντιάσειθα κουβεντιάσουν(ε)θα κουβεντιαστείθα κουβεντιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουβεντιάσει
θα έχω κουβεντιασμένο
θα έχουμε κουβεντιάσει
θα έχουμε κουβεντιασμένο
θα έχω κουβεντιαστεί
θα είμαι κουβεντιασμένος, -η
θα έχουμε κουβεντιαστεί
θα είμαστε κουβεντιασμένοι, -ες
θα έχεις κουβεντιάσει
θα έχεις κουβεντιασμένο
θα έχετε κουβεντιάσει
θα έχετε κουβεντιασμένο
θα έχεις κουβεντιαστεί
θα είσαι κουβεντιασμένος, -η
θα έχετε κουβεντιαστεί
θα είστε κουβεντιασμένοι, -ες
θα έχει κουβεντιάσει
θα έχει κουβεντιασμένο
θα έχουν κουβεντιάσει
θα έχουν κουβεντιασμένο
θα έχει κουβεντιαστεί
θα είναι κουβεντιασμένος, -η, -ο
θα έχουν κουβεντιαστεί
θα είναι κουβεντιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουβεντιάζωνα κουβεντιάζουμε, να κουβεντιάζομενα κουβεντιάζομαινα κουβεντιαζόμαστε
να κουβεντιάζειςνα κουβεντιάζετενα κουβεντιάζεσαινα κουβεντιάζεστε, να κουβεντιαζόσαστε
να κουβεντιάζεινα κουβεντιάζουν(ε)να κουβεντιάζεταινα κουβεντιάζονται
Aoristνα κουβεντιάσωνα κουβεντιάσουμε, να κουβεντιάσομενα κουβεντιαστώνα κουβεντιαστούμε
να κουβεντιάσειςνα κουβεντιάσετενα κουβεντιαστείςνα κουβεντιαστείτε
να κουβεντιάσεινα κουβεντιάσουν(ε)να κουβεντιαστείνα κουβεντιαστούν(ε)
Perfνα έχω κουβεντιάσει
να έχω κουβεντιασμένο
να έχουμε κουβεντιάσει
να έχουμε κουβεντιασμένο
να έχω κουβεντιαστεί
να είμαι κουβεντιασμένος, -η
να έχουμε κουβεντιαστεί
να είμαστε κουβεντιασμένοι, -ες
να έχεις κουβεντιάσει
να έχεις κουβεντιασμένο
να έχετε κουβεντιάσει
να έχετε κουβεντιασμένο
να έχεις κουβεντιαστεί
να είσαι κουβεντιασμένος, -η
να έχετε κουβεντιαστεί
να είστε κουβεντιασμένοι, -ες
να έχει κουβεντιάσει
να έχει κουβεντιασμένο
να έχουν κουβεντιάσει
να έχουν κουβεντιασμένο
να έχει κουβεντιαστεί
να είναι κουβεντιασμένος, -η, -ο
να έχουν κουβεντιαστεί
να είναι κουβεντιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκουβέντιαζεκουβεντιάζετεκουβεντιάζεστε
Aoristκουβέντιασεκουβεντιάστεκουβεντιάσουκουβεντιαστείτε
Part
izip
Presκουβεντιάζονταςκουβεντιαζόμενος
Perfέχοντας κουβεντιάσει, έχοντας κουβεντιασμένοκουβεντιασμένος, -η, -οκουβεντιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristκουβεντιάσεικουβεντιαστεί










Griechische Definition zu κουβεντιάζω

κουβεντιάζω [kuvendjázo] -ομαι : 1. συζητώ φιλικά με κπ. συνήθ. για διάφορα καθημερινά θέματα: Kουβέντιαζαν χαμηλόφωνα στη γωνία. Για τι πράγμα κουβεντιάζετε; Συνέχισαν να κουβεντιάζουν. Aυτό θα το κουβεντιάσουμε αργότερα. Mπορούμε να το κουβεντιάσουμε, μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια συμφωνία. Tα κουβεντιάσαμε και μείναμε σύμφωνοι. || (προφ.): Δεν κουβεντιάζεται αυτός ο άνθρωπος, δεν προσφέρεται για συζήτηση, είναι ανένδοτος ή αρνείται το ρόλο του μεσολαβητή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κουβεντιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15