κλέβω  Verb  [klevo, klebw]

Ähnliche Bedeutung wie κλέβω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κλέβω

... Η Άννα της Κλεβ (Anna von Kleve, 22 Σεπτεμβρίου 1515 – 16 Ιουλίου 1557) ήταν βασίλισσα της Αγγλίας από τις 6 Ιανουαρίου του 1540 έως τις 9 Ιουλίου του ...

... της Κλέβης και κύριος του Ράβενσταϊν (1397-1448). Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αδόλφου Γ΄ κόμη του Λα Μαρκ και (ως Αδόλφου Α΄) κόμη της Κλέβης και της ...

... - 5 Ιανουαρίου 1592) από τον Οίκο του Λα Μαρκ ήταν δούκας των Γιούλιχ, Κλέβης, Μπερκ και κόμης των Λα Μαρκ, Ράβενσμπερκ (1539-92). Επίσης δούκας του Γκέλντερς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wegschnappen

... direkt vor den Seahawks auswählen kann und ihnen Callahan doch noch wegschnappen kann, verhandelt er mit den Seahawks und bekommt dabei die drei Erstrundenpicks ...

... gleichzeitig mit Hugenay eintreffen und ihm um Haaresbreite das Gemälde wegschnappen können. Zum 25-jährigen Bestehen der Hörspielserie wurde 2004 in der ...

... dieser verkauft Boulins Haus dessen Ex-Kollegen, der es ihm schon mal wegschnappen wollte. Da er immer noch gierig auf das Anwesen ist, kauft er es vertraglich ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΛΕΒΩ
I steal
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κλέβωκλέβουμε, κλέβομεklebomai">κλέβομαικλεβόμαστε
κλέβειςκλέβετεκλέβεσαικλέβεστε, κλεβόσαστε
κλέβεικλέβουν(ε)κλέβεταικλέβονται
Imper
fekt
έκλεβακλέβαμεκλεβόμουν(α)κλεβόμαστε, κλεβόμασταν
έκλεβεςκλέβατεκλεβόσουν(α)κλεβόσαστε, κλεβόσασταν
έκλεβεέκλεβαν, κλέβαν(ε)κλεβόταν(ε)κλέβονταν, κλεβόντανε, κλεβόντουσαν
Aoristέκλεψακλέψαμεκλέφτηκακλεφτήκαμε
έκλεψεςκλέψατεκλέφτηκεςκλεφτήκατε
έκλεψεέκλεψαν, κλέψαν(ε)κλέφτηκεκλέφτηκαν, κλεφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω κλέψειέχουμε κλέψειέχω κλεφτείέχουμε κλεφτεί
έχεις κλέψειέχετε κλέψειέχεις κλεφτείέχετε κλεφτεί
έχει κλέψειέχουν κλέψειέχει κλεφτείέχουν κλεφτεί
Plu
per
fect
είχα κλέψειείχαμε κλέψειείχα κλεφτείείχαμε κλεφτεί
είχες κλέψειείχατε κλέψειείχες κλεφτείείχατε κλεφτεί
είχε κλέψειείχαν κλέψειείχε κλεφτείείχαν κλεφτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κλέβωθα κλέβουμε, θα κλέβομεθα κλέβομαιθα κλεβόμαστε
θα κλέβειςθα κλέβετεθα κλέβεσαιθα κλέβεστε, θα κλεβόσαστε
θα κλέβειθα κλέβουν(ε)θα κλέβεταιθα κλέβονται
Fut
ur
θα κλέψωθα κλέψουμε, θα κλέψομεθα κλεφτώθα κλεφτούμε
θα κλέψειςθα κλέψετεθα κλεφτείςθα κλεφτείτε
θα κλέψειθα κλέψουν(ε)θα κλεφτείθα κλεφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κλέψειθα έχουμε κλέψειθα έχω κλεφτείθα έχουμε κλεφτεί
θα έχεις κλέψειθα έχετε κλέψειθα έχεις κλεφτείθα έχετε κλεφτεί
θα έχει κλέψειθα έχουν κλέψειθα έχει κλεφτείθα έχουν κλεφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κλέβωνα κλέβουμε, να κλέβομενα κλέβομαινα κλεβόμαστε
να κλέβειςνα κλέβετενα κλέβεσαινα κλέβεστε, να κλεβόσαστε
να κλέβεινα κλέβουν(ε)να κλέβεταινα κλέβονται
Aoristνα κλέψωνα κλέψουμε, να κλέψομενα κλεφτώνα κλεφτούμε
να κλέψειςνα κλέψετενα κλεφτείςνα κλεφτείτε
να κλέψεινα κλέψουν(ε)να κλεφτείνα κλεφτούν(ε)
Perfνα έχω κλέψεινα έχουμε κλέψεινα έχω κλεφτείνα έχουμε κλεφτεί
να έχεις κλέψεινα έχετε κλέψεινα έχεις κλεφτείνα έχετε κλεφτεί
να έχει κλέψεινα έχουν κλέψεινα έχει κλεφτείνα έχουν κλεφτεί
Imper
ativ
Presκλέβεκλέβετεκλέβεστε
Aoristκλέψεκλέψτε, κλέφτεκλέψουκλεφτείτε
Part
izip
Presκλέβοντας
Perfέχοντας κλέψει
InfinAoristκλέψεικλεφτεί















Person Wortform
Präsens ich raube
du raubst
er, sie, es raubt
Präteritum ich raubte
Konjunktiv II ich raubte
Imperativ Singular raube!
Plural raubt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geraubt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:rauben




Griechische Definition zu κλέβω

κλέβω [klévo] -ομαι : 1α. αφαιρώ από κπ., κρυφά ή με τη βία, με δόλο ή με απάτη, κτ. που δε μου ανήκει: Tον έπιασαν την ώρα που έκλεβε. Tον έπιασε να κλέβει και τον απέλυσε. Aναγκάστηκε να κλέψει για να φάει. Mου έκλεψαν το πορτοφόλι / την τσάντα. Συνελήφθη σπείρα που εμπορευόταν κλεμμένα αυτοκίνητα. || Tου έκλεψαν το σπίτι / το μαγαζί, το διέρρηξαν και έκλεψαν χρήματα, αντικείμενα κτλ. Tον έκλεψαν, διέρρηξαν το σπίτι του, το μαγαζί του. ΠAΡ Δούλεψε να φας / δούλευε* να τρως και κλέψε να ΄χεις. || (προφ.) απάγω: Tης έκλεψαν το παιδί για να εισπρά ξουν λύτρα. Ο Πάρις έκλεψε την Ωραία Ελένη. Kλέφτηκαν, για εκούσια απαγωγή με σκοπό το γάμο. β. δε δίνω αυτό που οφείλω να δώσω ή εισπράττω περισσότερα από όσα δικαιούμαι· εξαπατώ: Kλέβει στο ζύγι. Mας έκλεψε ο έμπορος. Kλέβει το δημόσιο, δεν πληρώνει τους νόμιμους φόρους. || Kλέβει στα χαρτιά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κλέβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15