mogeln
 Verb

κλέβω Verb
(1)
αντιγράφω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Beschuldigst du mich, zu mogeln?Με κατηγορείς ότι κλέβω;

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κλέβωκλέβουμε, κλέβομεklebomai">κλέβομαικλεβόμαστε
κλέβειςκλέβετεκλέβεσαικλέβεστε, κλεβόσαστε
κλέβεικλέβουν(ε)κλέβεταικλέβονται
Imper
fekt
έκλεβακλέβαμεκλεβόμουν(α)κλεβόμαστε, κλεβόμασταν
έκλεβεςκλέβατεκλεβόσουν(α)κλεβόσαστε, κλεβόσασταν
έκλεβεέκλεβαν, κλέβαν(ε)κλεβόταν(ε)κλέβονταν, κλεβόντανε, κλεβόντουσαν
Aoristέκλεψακλέψαμεκλέφτηκακλεφτήκαμε
έκλεψεςκλέψατεκλέφτηκεςκλεφτήκατε
έκλεψεέκλεψαν, κλέψαν(ε)κλέφτηκεκλέφτηκαν, κλεφτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω κλέψειέχουμε κλέψειέχω κλεφτείέχουμε κλεφτεί
έχεις κλέψειέχετε κλέψειέχεις κλεφτείέχετε κλεφτεί
έχει κλέψειέχουν κλέψειέχει κλεφτείέχουν κλεφτεί
Plu
per
fekt
είχα κλέψειείχαμε κλέψειείχα κλεφτείείχαμε κλεφτεί
είχες κλέψειείχατε κλέψειείχες κλεφτείείχατε κλεφτεί
είχε κλέψειείχαν κλέψειείχε κλεφτείείχαν κλεφτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κλέβωθα κλέβουμε, θα κλέβομεθα κλέβομαιθα κλεβόμαστε
θα κλέβειςθα κλέβετεθα κλέβεσαιθα κλέβεστε, θα κλεβόσαστε
θα κλέβειθα κλέβουν(ε)θα κλέβεταιθα κλέβονται
Fut
ur
θα κλέψωθα κλέψουμε, θα κλέψομεθα κλεφτώθα κλεφτούμε
θα κλέψειςθα κλέψετεθα κλεφτείςθα κλεφτείτε
θα κλέψειθα κλέψουν(ε)θα κλεφτείθα κλεφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κλέψειθα έχουμε κλέψειθα έχω κλεφτείθα έχουμε κλεφτεί
θα έχεις κλέψειθα έχετε κλέψειθα έχεις κλεφτείθα έχετε κλεφτεί
θα έχει κλέψειθα έχουν κλέψειθα έχει κλεφτείθα έχουν κλεφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κλέβωνα κλέβουμε, να κλέβομενα κλέβομαινα κλεβόμαστε
να κλέβειςνα κλέβετενα κλέβεσαινα κλέβεστε, να κλεβόσαστε
να κλέβεινα κλέβουν(ε)να κλέβεταινα κλέβονται
Aoristνα κλέψωνα κλέψουμε, να κλέψομενα κλεφτώνα κλεφτούμε
να κλέψειςνα κλέψετενα κλεφτείςνα κλεφτείτε
να κλέψεινα κλέψουν(ε)να κλεφτείνα κλεφτούν(ε)
Perfνα έχω κλέψεινα έχουμε κλέψεινα έχω κλεφτείνα έχουμε κλεφτεί
να έχεις κλέψεινα έχετε κλέψεινα έχεις κλεφτείνα έχετε κλεφτεί
να έχει κλέψεινα έχουν κλέψεινα έχει κλεφτείνα έχουν κλεφτεί
Imper
ativ
Presκλέβεκλέβετεκλέβεστε
Aoristκλέψεκλέψτε, κλέφτεκλέψουκλεφτείτε
Part
izip
Presκλέβοντας
Perfέχοντας κλέψει
InfinAoristκλέψεικλεφτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αντιγράφωαντιγράφουμε, αντιγράφομεαντιγράφομαιαντιγραφόμαστε
αντιγράφειςαντιγράφετεαντιγράφεσαιαντιγράφεστε, αντιγραφόσαστε
αντιγράφειαντιγράφουν(ε)αντιγράφεταιαντιγράφονται
Imper
fekt
αντέγραφααντιγράφαμεαντιγραφόμουν(α)αντιγραφόμαστε, αντιγραφόμασταν
αντέγραφεςαντιγράφατεαντιγραφόσουν(α)αντιγραφόσαστε, αντιγραφόσασταν
αντέγραφεαντέγραφαν, αντιγράφαν(ε)αντιγραφόταν(ε)αντιγράφονταν, αντιγραφόντανε, αντιγραφόντουσαν
Aoristαντέγραψααντιγράψαμεαντιγράφτηκα, αντιγράφηκααντιγραφτήκαμε, αντιγραφήκαμε
αντέγραψεςαντιγράψατεαντιγράφτηκες, αντιγράφηκεςαντιγραφτήκατε, αντιγραφήκατε
αντέγραψεαντέγραψαν, αντιγράψαν(ε)αντιγράφτηκε, αντιγράφηκεαντιγράφτηκαν, αντιγραφτήκαν(ε), αντιγράφηκαν, αντιγραφήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αντιγράψει
έχω αντιγραμμένο
έχουμε αντιγράψει
έχουμε αντιγραμμένο
έχω αντιγραφτεί
έχω αντιγραφεί
είμαι αντιγραμμένος, -η
έχουμε αντιγραφτεί
έχουμε αντιγραφεί
είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
έχεις αντιγράψει
έχεις αντιγραμμένο
έχετε αντιγράψει
έχετε αντιγραμμένο
έχεις αντιγραφτεί
έχεις αντιγραφεί
είσαι αντιγραμμένος, -η
έχετε αντιγραφτεί
έχετε αντιγραφεί
είστε αντιγραμμένοι, -ες
έχει αντιγράψει
έχει αντιγραμμένο
έχουν αντιγράψει
έχουν αντιγραμμένο
έχει αντιγραφτεί
έχει αντιγραφεί
είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
έχουν αντιγραφτεί
έχουν αντιγραφεί
είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αντιγράψει
είχα αντιγραμμένο
είχαμε αντιγράψει
είχαμε αντιγραμμένο
είχα αντιγραφτεί
είχα αντιγραφεί
ήμουν αντιγραμμένος, -η
είχαμε αντιγραφτεί
είχαμε αντιγραφεί
ήμαστε αντιγραμμένοι, -ες
είχες αντιγράψει
είχες αντιγραμμένο
είχατε αντιγράψει
είχατε αντιγραμμένο
είχες αντιγραφτεί
είχες αντιγραφεί
ήσουν αντιγραμμένος, -η
είχατε αντιγραφτεί
είχατε αντιγραφεί
ήσαστε αντιγραμμένοι, -ες
είχε αντιγράψει
είχε αντιγραμμένο
είχαν αντιγράψει
είχαν αντιγραμμένο
είχε αντιγραφτεί
είχε αντιγραφεί
ήταν αντιγραμμένος, -η, -ο
είχαν αντιγραφτεί
είχαν αντιγραφεί
ήταν αντιγραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αντιγράφωθα αντιγράφουμε, θα αντιγράφομεθα αντιγράφομαιθα αντιγραφόμαστε
θα αντιγράφειςθα αντιγράφετεθα αντιγράφεσαιθα αντιγράφεστε, θα αντιγραφόσαστε
θα αντιγράφειθα αντιγράφουν(ε)θα αντιγράφεταιθα αντιγράφονται
Fut
ur
θα αντιγράψωθα αντιγράψουμε, θα αντιγράψομεθα αντιγραφτώ, θα αντιγραφώθα αντιγραφτούμε, θα αντιγραφούμε
θα αντιγράψειςθα αντιγράψετεθα αντιγραφτείς, θα αντιγραφείςθα αντιγραφτείτε, θα αντιγραφείτε
θα αντιγράψειθα αντιγράψουν(ε)θα αντιγραφτεί, θα αντιγραφείθα αντιγραφτούν(ε), θα αντιγραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αντιγράψει
θα έχω αντιγραμμένο
θα έχουμε αντιγράψει
θα έχουμε αντιγραμμένο
θα έχω αντιγραφτεί
θα έχω αντιγραφεί
θα είμαι αντιγραμμένος, -η
θα έχουμε αντιγραφτεί
θα έχουμε αντιγραφεί
θα είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
θα έχεις αντιγράψει
θα έχεις αντιγραμμένο
θα έχετε αντιγράψει
θα έχετε αντιγραμμένο
θα έχεις αντιγραφτεί
θα έχεις αντιγραφεί
θα είσαι αντιγραμμένος, -η
θα έχετε αντιγραφτεί
θα έχετε αντιγραφεί
θα είστε αντιγραμμένοι, -ες
θα έχει αντιγράψει
θα έχει αντιγραμμένο
θα έχουν αντιγράψει
θα έχουν αντιγραμμένο
θα έχει αντιγραφτεί
θα έχει αντιγραφεί
θα είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
θα έχουν αντιγραφτεί
θα έχουν αντιγραφεί
θα είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αντιγράφωνα αντιγράφουμε, να αντιγράφομενα αντιγράφομαινα αντιγραφόμαστε
να αντιγράφειςνα αντιγράφετενα αντιγράφεσαινα αντιγράφεστε, να αντιγραφόσαστε
να αντιγράφεινα αντιγράφουν(ε)να αντιγράφεταινα αντιγράφονται
Aoristνα αντιγράψωνα αντιγράψουμε, να αντιγράψομενα αντιγραφτώ, να αντιγραφώνα αντιγραφτούμε, να αντιγραφούμε
να αντιγράψειςνα αντιγράψετενα αντιγραφτείς, να αντιγραφείςνα αντιγραφτείτε, να αντιγραφείτε
να αντιγράψεινα αντιγράψουν(ε)να αντιγραφτεί, να αντιγραφείνα αντιγραφτούν(ε), να αντιγραφούν(ε)
Perfνα έχω αντιγράψει
να έχω αντιγραμμένο
να έχουμε αντιγράψει
να έχουμε αντιγραμμένο
να έχω αντιγραφτεί
να έχω αντιγραφεί
να είμαι αντιγραμμένος, -η
να έχουμε αντιγραφτεί
να έχουμε αντιγραφεί
να είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
να έχεις αντιγράψει
να έχεις αντιγραμμένο
να έχετε αντιγράψει
να έχετε αντιγραμμένο
να έχεις αντιγραφτεί
να έχεις αντιγραφεί
να είσαι αντιγραμμένος, -η
να έχετε αντιγραφτεί
να έχετε αντιγραφεί
να είστε αντιγραμμένοι, -ες
να έχει αντιγράψει
να έχει αντιγραμμένο
να έχουν αντιγράψει
να έχουν αντιγραμμένο
να έχει αντιγραφτεί
να έχει αντιγραφεί
να είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
να έχουν αντιγραφτεί
να έχουν αντιγραφεί
να είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαντέγραφεαντιγράφετεαντιγράφεστε
Aoristαντέγραψεαντιγράψτε, αντιγράφτεαντιγράψουαντιγραφτείτε, αντιγραφείτε
Part
izip
Presαντιγράφονταςαντιγραφόμενος
Perfέχοντας αντιγράψει, έχοντας αντιγραμμένοαντιγραμμένος, -η, -οαντιγραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristαντιγράψειαντιγραφτεί, αντιγραφεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback