αντιγράφω  Verb  [antigrafo, antirrafo, antigrafw]

Ähnliche Bedeutung wie αντιγράφω


Beispielsätze αντιγράφω

... Τα αντίγραφα ασφαλείας (αγγλικά backup) είναι αντίγραφα πρωτότυπων δεδομένων υπολογιστών (εγγράφων, φωτογραφιών, βίντεο, κώδικα, λειτουργικών συστημάτων ...

... τους. Δεν σώζονται αυτόγραφα, παρά μόνο μεταγενέστερα (έως 1-2 αιώνες) αντίγραφα σε χειρόγραφους κώδικες. Η ανωνυμία καθιστά δύσκολη και την χρονολόγηση ...

... Η αντιγραφή του DNA είναι η διαδικασία κατά την οποία το DNA αυτοδιπλασιάζεται προκειμένου να διατήρησει και να μεταβιβάσει τη γενετική πληροφορία από ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze abgucken

... Methoden-Übersicht, Bücher) Programm der „Dr. Klippert-Akademie“ Christiane Grefe: Abgucken erwünscht. Gymnasiallehrer entdecken die Teamarbeit, Die Zeit 08/2002 ...

... eine tägliche Phase selbstorganisierten Lernens.“ 2012: Referenzschule „Abgucken erlaubt“ für kollegiales Lernen Bericht über den Deutschen Schulpreis ...

... verfügenden Milchbars und Tanzbierbars verbannt und verbreitete sich durch Abgucken und Experimentieren. Die weitgehende Verdrängung des Tanzes der Jugend ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΤΙΓΡΑΦΩ
I copy
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αντιγράφωαντιγράφουμε, αντιγράφομεαντιγράφομαιαντιγραφόμαστε
αντιγράφειςαντιγράφετεαντιγράφεσαιαντιγράφεστε, αντιγραφόσαστε
αντιγράφειαντιγράφουν(ε)αντιγράφεταιαντιγράφονται
Imper
fekt
αντέγραφααντιγράφαμεαντιγραφόμουν(α)αντιγραφόμαστε, αντιγραφόμασταν
αντέγραφεςαντιγράφατεαντιγραφόσουν(α)αντιγραφόσαστε, αντιγραφόσασταν
αντέγραφεαντέγραφαν, αντιγράφαν(ε)αντιγραφόταν(ε)αντιγράφονταν, αντιγραφόντανε, αντιγραφόντουσαν
Aoristαντέγραψααντιγράψαμεαντιγράφτηκα, αντιγράφηκααντιγραφτήκαμε, αντιγραφήκαμε
αντέγραψεςαντιγράψατεαντιγράφτηκες, αντιγράφηκεςαντιγραφτήκατε, αντιγραφήκατε
αντέγραψεαντέγραψαν, αντιγράψαν(ε)αντιγράφτηκε, αντιγράφηκεαντιγράφτηκαν, αντιγραφτήκαν(ε), αντιγράφηκαν, αντιγραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω αντιγράψει
έχω αντιγραμμένο
έχουμε αντιγράψει
έχουμε αντιγραμμένο
έχω αντιγραφτεί
έχω αντιγραφεί
είμαι αντιγραμμένος, -η
έχουμε αντιγραφτεί
έχουμε αντιγραφεί
είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
έχεις αντιγράψει
έχεις αντιγραμμένο
έχετε αντιγράψει
έχετε αντιγραμμένο
έχεις αντιγραφτεί
έχεις αντιγραφεί
είσαι αντιγραμμένος, -η
έχετε αντιγραφτεί
έχετε αντιγραφεί
είστε αντιγραμμένοι, -ες
έχει αντιγράψει
έχει αντιγραμμένο
έχουν αντιγράψει
έχουν αντιγραμμένο
έχει αντιγραφτεί
έχει αντιγραφεί
είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
έχουν αντιγραφτεί
έχουν αντιγραφεί
είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αντιγράψει
είχα αντιγραμμένο
είχαμε αντιγράψει
είχαμε αντιγραμμένο
είχα αντιγραφτεί
είχα αντιγραφεί
ήμουν αντιγραμμένος, -η
είχαμε αντιγραφτεί
είχαμε αντιγραφεί
ήμαστε αντιγραμμένοι, -ες
είχες αντιγράψει
είχες αντιγραμμένο
είχατε αντιγράψει
είχατε αντιγραμμένο
είχες αντιγραφτεί
είχες αντιγραφεί
ήσουν αντιγραμμένος, -η
είχατε αντιγραφτεί
είχατε αντιγραφεί
ήσαστε αντιγραμμένοι, -ες
είχε αντιγράψει
είχε αντιγραμμένο
είχαν αντιγράψει
είχαν αντιγραμμένο
είχε αντιγραφτεί
είχε αντιγραφεί
ήταν αντιγραμμένος, -η, -ο
είχαν αντιγραφτεί
είχαν αντιγραφεί
ήταν αντιγραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αντιγράφωθα αντιγράφουμε, θα αντιγράφομεθα αντιγράφομαιθα αντιγραφόμαστε
θα αντιγράφειςθα αντιγράφετεθα αντιγράφεσαιθα αντιγράφεστε, θα αντιγραφόσαστε
θα αντιγράφειθα αντιγράφουν(ε)θα αντιγράφεταιθα αντιγράφονται
Fut
ur
θα αντιγράψωθα αντιγράψουμε, θα αντιγράψομεθα αντιγραφτώ, θα αντιγραφώθα αντιγραφτούμε, θα αντιγραφούμε
θα αντιγράψειςθα αντιγράψετεθα αντιγραφτείς, θα αντιγραφείςθα αντιγραφτείτε, θα αντιγραφείτε
θα αντιγράψειθα αντιγράψουν(ε)θα αντιγραφτεί, θα αντιγραφείθα αντιγραφτούν(ε), θα αντιγραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αντιγράψει
θα έχω αντιγραμμένο
θα έχουμε αντιγράψει
θα έχουμε αντιγραμμένο
θα έχω αντιγραφτεί
θα έχω αντιγραφεί
θα είμαι αντιγραμμένος, -η
θα έχουμε αντιγραφτεί
θα έχουμε αντιγραφεί
θα είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
θα έχεις αντιγράψει
θα έχεις αντιγραμμένο
θα έχετε αντιγράψει
θα έχετε αντιγραμμένο
θα έχεις αντιγραφτεί
θα έχεις αντιγραφεί
θα είσαι αντιγραμμένος, -η
θα έχετε αντιγραφτεί
θα έχετε αντιγραφεί
θα είστε αντιγραμμένοι, -ες
θα έχει αντιγράψει
θα έχει αντιγραμμένο
θα έχουν αντιγράψει
θα έχουν αντιγραμμένο
θα έχει αντιγραφτεί
θα έχει αντιγραφεί
θα είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
θα έχουν αντιγραφτεί
θα έχουν αντιγραφεί
θα είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αντιγράφωνα αντιγράφουμε, να αντιγράφομενα αντιγράφομαινα αντιγραφόμαστε
να αντιγράφειςνα αντιγράφετενα αντιγράφεσαινα αντιγράφεστε, να αντιγραφόσαστε
να αντιγράφεινα αντιγράφουν(ε)να αντιγράφεταινα αντιγράφονται
Aoristνα αντιγράψωνα αντιγράψουμε, να αντιγράψομενα αντιγραφτώ, να αντιγραφώνα αντιγραφτούμε, να αντιγραφούμε
να αντιγράψειςνα αντιγράψετενα αντιγραφτείς, να αντιγραφείςνα αντιγραφτείτε, να αντιγραφείτε
να αντιγράψεινα αντιγράψουν(ε)να αντιγραφτεί, να αντιγραφείνα αντιγραφτούν(ε), να αντιγραφούν(ε)
Perfνα έχω αντιγράψει
να έχω αντιγραμμένο
να έχουμε αντιγράψει
να έχουμε αντιγραμμένο
να έχω αντιγραφτεί
να έχω αντιγραφεί
να είμαι αντιγραμμένος, -η
να έχουμε αντιγραφτεί
να έχουμε αντιγραφεί
να είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
να έχεις αντιγράψει
να έχεις αντιγραμμένο
να έχετε αντιγράψει
να έχετε αντιγραμμένο
να έχεις αντιγραφτεί
να έχεις αντιγραφεί
να είσαι αντιγραμμένος, -η
να έχετε αντιγραφτεί
να έχετε αντιγραφεί
να είστε αντιγραμμένοι, -ες
να έχει αντιγράψει
να έχει αντιγραμμένο
να έχουν αντιγράψει
να έχουν αντιγραμμένο
να έχει αντιγραφτεί
να έχει αντιγραφεί
να είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
να έχουν αντιγραφτεί
να έχουν αντιγραφεί
να είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαντέγραφεαντιγράφετεαντιγράφεστε
Aoristαντέγραψεαντιγράψτε, αντιγράφτεαντιγράψουαντιγραφτείτε, αντιγραφείτε
Part
izip
Presαντιγράφονταςαντιγραφόμενος
Perfέχοντας αντιγράψει, έχοντας αντιγραμμένοαντιγραμμένος, -η, -οαντιγραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristαντιγράψειαντιγραφτεί, αντιγραφεί












Griechische Definition zu αντιγράφω

αντιγράφω [andiγráfo] -ομαι Ρ αόρ. αντέγραψα, απαρέμφ. αντιγράψει, παθ. αόρ. αντιγράφτηκα και (σπάν.) αντιγράφηκα, απαρέμφ. αντιγραφτεί και (σπάν.) αντιγραφεί, μππ. αντιγραμμένος : αναπαράγω κτ. χρησιμοποιώντας ένα πρότυπο. 1α. δημιουργώ αντίγραφο ενός γραπτού κειμένου, ξαναγράφω το περιεχόμενό του: αντιγράφω ένα γράμμα / ένα συμβόλαιο. αντιγράφω με το χέρι / τη γραφομηχανή. Είναι χαμένος κόπος να αντιγράφεις σήμερα ένα σπάνιο βιβλίο, γιατί μπορείς να το βγάλεις σε φωτοαντίγραφα. αντιγράφω ένα σχεδιάγραμμα. β. (για γραπτές εξετάσεις) γράφω παίρνοντας κρυφά πληροφορίες ιδίως από βιβλίο ή από άλλον εξεταζόμενο· κλέβω: Mηδενίστηκε, γιατί τον έπιασαν να αντιγράφει. γ. (για έργο τέχνης) κατασκευάζω απομίμηση ενός πρωτότυπου έργου: αντιγράφω ένα ζωγραφικό πίνακα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αντιγράφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15