αντιγράφω Verb  [antigrafo, antirrafo, antigrafw]

  Verb
(4)
  Verb
(2)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
(0)
(0)
  Verb
(0)

GriechischDeutsch
Περνάμε όλη μας τη ζωή σκεπτόμενοι με αναλογίες, που στην ουσία σημαίνει αντιγράφω αυτό που κάνουν άλλοι με ελαφρές διαφοροποιήσεις.Die meiste Zeit unseres Lebens kommen wir durch, indem wir mit Analogien argumentieren, was bedeutet, dass wir nur mit leichten Variationen kopieren, was andere Leute machen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu αντιγράφω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αντιγράφωαντιγράφουμε, αντιγράφομεαντιγράφομαιαντιγραφόμαστε
αντιγράφειςαντιγράφετεαντιγράφεσαιαντιγράφεστε, αντιγραφόσαστε
αντιγράφειαντιγράφουν(ε)αντιγράφεταιαντιγράφονται
Imper
fekt
αντέγραφααντιγράφαμεαντιγραφόμουν(α)αντιγραφόμαστε, αντιγραφόμασταν
αντέγραφεςαντιγράφατεαντιγραφόσουν(α)αντιγραφόσαστε, αντιγραφόσασταν
αντέγραφεαντέγραφαν, αντιγράφαν(ε)αντιγραφόταν(ε)αντιγράφονταν, αντιγραφόντανε, αντιγραφόντουσαν
Aoristαντέγραψααντιγράψαμεαντιγράφτηκα, αντιγράφηκααντιγραφτήκαμε, αντιγραφήκαμε
αντέγραψεςαντιγράψατεαντιγράφτηκες, αντιγράφηκεςαντιγραφτήκατε, αντιγραφήκατε
αντέγραψεαντέγραψαν, αντιγράψαν(ε)αντιγράφτηκε, αντιγράφηκεαντιγράφτηκαν, αντιγραφτήκαν(ε), αντιγράφηκαν, αντιγραφήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αντιγράψει
έχω αντιγραμμένο
έχουμε αντιγράψει
έχουμε αντιγραμμένο
έχω αντιγραφτεί
έχω αντιγραφεί
είμαι αντιγραμμένος, -η
έχουμε αντιγραφτεί
έχουμε αντιγραφεί
είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
έχεις αντιγράψει
έχεις αντιγραμμένο
έχετε αντιγράψει
έχετε αντιγραμμένο
έχεις αντιγραφτεί
έχεις αντιγραφεί
είσαι αντιγραμμένος, -η
έχετε αντιγραφτεί
έχετε αντιγραφεί
είστε αντιγραμμένοι, -ες
έχει αντιγράψει
έχει αντιγραμμένο
έχουν αντιγράψει
έχουν αντιγραμμένο
έχει αντιγραφτεί
έχει αντιγραφεί
είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
έχουν αντιγραφτεί
έχουν αντιγραφεί
είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αντιγράψει
είχα αντιγραμμένο
είχαμε αντιγράψει
είχαμε αντιγραμμένο
είχα αντιγραφτεί
είχα αντιγραφεί
ήμουν αντιγραμμένος, -η
είχαμε αντιγραφτεί
είχαμε αντιγραφεί
ήμαστε αντιγραμμένοι, -ες
είχες αντιγράψει
είχες αντιγραμμένο
είχατε αντιγράψει
είχατε αντιγραμμένο
είχες αντιγραφτεί
είχες αντιγραφεί
ήσουν αντιγραμμένος, -η
είχατε αντιγραφτεί
είχατε αντιγραφεί
ήσαστε αντιγραμμένοι, -ες
είχε αντιγράψει
είχε αντιγραμμένο
είχαν αντιγράψει
είχαν αντιγραμμένο
είχε αντιγραφτεί
είχε αντιγραφεί
ήταν αντιγραμμένος, -η, -ο
είχαν αντιγραφτεί
είχαν αντιγραφεί
ήταν αντιγραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αντιγράφωθα αντιγράφουμε, θα αντιγράφομεθα αντιγράφομαιθα αντιγραφόμαστε
θα αντιγράφειςθα αντιγράφετεθα αντιγράφεσαιθα αντιγράφεστε, θα αντιγραφόσαστε
θα αντιγράφειθα αντιγράφουν(ε)θα αντιγράφεταιθα αντιγράφονται
Fut
ur
θα αντιγράψωθα αντιγράψουμε, θα αντιγράψομεθα αντιγραφτώ, θα αντιγραφώθα αντιγραφτούμε, θα αντιγραφούμε
θα αντιγράψειςθα αντιγράψετεθα αντιγραφτείς, θα αντιγραφείςθα αντιγραφτείτε, θα αντιγραφείτε
θα αντιγράψειθα αντιγράψουν(ε)θα αντιγραφτεί, θα αντιγραφείθα αντιγραφτούν(ε), θα αντιγραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αντιγράψει
θα έχω αντιγραμμένο
θα έχουμε αντιγράψει
θα έχουμε αντιγραμμένο
θα έχω αντιγραφτεί
θα έχω αντιγραφεί
θα είμαι αντιγραμμένος, -η
θα έχουμε αντιγραφτεί
θα έχουμε αντιγραφεί
θα είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
θα έχεις αντιγράψει
θα έχεις αντιγραμμένο
θα έχετε αντιγράψει
θα έχετε αντιγραμμένο
θα έχεις αντιγραφτεί
θα έχεις αντιγραφεί
θα είσαι αντιγραμμένος, -η
θα έχετε αντιγραφτεί
θα έχετε αντιγραφεί
θα είστε αντιγραμμένοι, -ες
θα έχει αντιγράψει
θα έχει αντιγραμμένο
θα έχουν αντιγράψει
θα έχουν αντιγραμμένο
θα έχει αντιγραφτεί
θα έχει αντιγραφεί
θα είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
θα έχουν αντιγραφτεί
θα έχουν αντιγραφεί
θα είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αντιγράφωνα αντιγράφουμε, να αντιγράφομενα αντιγράφομαινα αντιγραφόμαστε
να αντιγράφειςνα αντιγράφετενα αντιγράφεσαινα αντιγράφεστε, να αντιγραφόσαστε
να αντιγράφεινα αντιγράφουν(ε)να αντιγράφεταινα αντιγράφονται
Aoristνα αντιγράψωνα αντιγράψουμε, να αντιγράψομενα αντιγραφτώ, να αντιγραφώνα αντιγραφτούμε, να αντιγραφούμε
να αντιγράψειςνα αντιγράψετενα αντιγραφτείς, να αντιγραφείςνα αντιγραφτείτε, να αντιγραφείτε
να αντιγράψεινα αντιγράψουν(ε)να αντιγραφτεί, να αντιγραφείνα αντιγραφτούν(ε), να αντιγραφούν(ε)
Perfνα έχω αντιγράψει
να έχω αντιγραμμένο
να έχουμε αντιγράψει
να έχουμε αντιγραμμένο
να έχω αντιγραφτεί
να έχω αντιγραφεί
να είμαι αντιγραμμένος, -η
να έχουμε αντιγραφτεί
να έχουμε αντιγραφεί
να είμαστε αντιγραμμένοι, -ες
να έχεις αντιγράψει
να έχεις αντιγραμμένο
να έχετε αντιγράψει
να έχετε αντιγραμμένο
να έχεις αντιγραφτεί
να έχεις αντιγραφεί
να είσαι αντιγραμμένος, -η
να έχετε αντιγραφτεί
να έχετε αντιγραφεί
να είστε αντιγραμμένοι, -ες
να έχει αντιγράψει
να έχει αντιγραμμένο
να έχουν αντιγράψει
να έχουν αντιγραμμένο
να έχει αντιγραφτεί
να έχει αντιγραφεί
να είναι αντιγραμμένος, -η, -ο
να έχουν αντιγραφτεί
να έχουν αντιγραφεί
να είναι αντιγραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαντέγραφεαντιγράφετεαντιγράφεστε
Aoristαντέγραψεαντιγράψτε, αντιγράφτεαντιγράψουαντιγραφτείτε, αντιγραφείτε
Part
izip
Presαντιγράφονταςαντιγραφόμενος
Perfέχοντας αντιγράψει, έχοντας αντιγραμμένοαντιγραμμένος, -η, -οαντιγραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristαντιγράψειαντιγραφτεί, αντιγραφεί













Griechische Definition zu αντιγράφω

αντιγράφω [andiγráfo] -ομαι Ρ αόρ. αντέγραψα, απαρέμφ. αντιγράψει, παθ. αόρ. αντιγράφτηκα και (σπάν.) αντιγράφηκα, απαρέμφ. αντιγραφτεί και (σπάν.) αντιγραφεί, μππ. αντιγραμμένος : αναπαράγω κτ. χρησιμοποιώντας ένα πρότυπο. 1α. δημιουργώ αντίγραφο ενός γραπτού κειμένου, ξαναγράφω το περιεχόμενό του: αντιγράφω ένα γράμμα / ένα συμβόλαιο. αντιγράφω με το χέρι / τη γραφομηχανή. Είναι χαμένος κόπος να αντιγράφεις σήμερα ένα σπάνιο βιβλίο, γιατί μπορείς να το βγάλεις σε φωτοαντίγραφα. αντιγράφω ένα σχεδιάγραμμα. β. (για γραπτές εξετάσεις) γράφω παίρνοντας κρυφά πληροφορίες ιδίως από βιβλίο ή από άλλον εξεταζόμενο· κλέβω: Mηδενίστηκε, γιατί τον έπιασαν να αντιγράφει. γ. (για έργο τέχνης) κατασκευάζω απομίμηση ενός πρωτότυπου έργου: αντιγράφω ένα ζωγραφικό πίνακα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback