κερδίζω  Verb  [kerdizo, kerthizo, kerdizw]

Ähnliche Bedeutung wie κερδίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κερδίζω

... Πρέπει να κερδίζω μόνος μου το ψωμί μου. ...

... Θα ήθελα να κερδίζω περισσότερα χρήματα. ...

... συγκεκριμένων πραγμάτων". Επίσης, όπως γράφει σε μια επιστολή του 1854: "Ελπίζω να κερδίζω πάντοτε τη ζωή μου ασκώντας την τέχνη μου χωρίς να απομακρυνθώ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zu gewinnen

... Du hast wenig zu gewinnen und viel zu verlieren. ...

... Die größte Freiheit, die zu gewinnen ist: Die Freiheit von Illusionen; die schönste: Vergessenkönnen und Mensch zu sein. ...

... Er hofft zu gewinnen und das hoffe ich auch. ...

Quelle: MUIRIEL, Esperantostern, faehrmann

Grammatik


ΚΕΡΔΙΖΩ
I win
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κερδίζωκερδίζουμε, κερδίζομεκερδίζομαικερδιζόμαστε
κερδίζειςκερδίζετεκερδίζεσαικερδίζεστε, κερδιζόσαστε
κερδίζεικερδίζουν(ε)κερδίζεταικερδίζονται
Imper
fekt
κέρδιζακερδίζαμεκερδιζόμουν(α)κερδιζόμαστε, κερδιζόμασταν
κέρδιζεςκερδίζατεκερδιζόσουν(α)κερδιζόσαστε, κερδιζόσασταν
κέρδιζεκέρδιζαν, κερδίζαν(ε)κερδιζόταν(ε)κερδίζονταν, κερδιζόντανε, κερδιζόντουσαν
Aoristκέρδισακερδίσαμεκερδήθηκακερδηθήκαμε
κέρδισεςκερδίσατεκερδήθηκεςκερδηθήκατε
κέρδισεκέρδισαν, κερδίσαν(ε)κερδήθηκεκερδήθηκαν, κερδηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω κερδίσει
έχω κερδισμένο
έχουμε κερδίσει
έχουμε κερδισμένο
έχω κερδηθεί
είμαι κερδισμένος, -η
έχουμε κερδηθεί
είμαστε κερδισμένοι, -ες
έχεις κερδίσει
έχεις κερδισμένο
έχετε κερδίσει
έχετε κερδισμένο
έχεις κερδηθεί
είσαι κερδισμένος, -η
έχετε κερδηθεί
είστε κερδισμένοι, -ες
έχει κερδίσει
έχει κερδισμένο
έχουν κερδίσει
έχουν κερδισμένο
έχει κερδηθεί
είναι κερδισμένος, -η, -ο
έχουν κερδηθεί
είναι κερδισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κερδίσει
είχα κερδισμένο
είχαμε κερδίσει
είχαμε κερδισμένο
είχα κερδηθεί
ήμουν κερδισμένος, -η
είχαμε κερδηθεί
ήμαστε κερδισμένοι, -ες
είχες κερδίσει
είχες κερδισμένο
είχατε κερδίσει
είχατε κερδισμένο
είχες κερδηθεί
ήσουν κερδισμένος, -η
είχατε κερδηθεί
ήσαστε κερδισμένοι, -ες
είχε κερδίσει
είχε κερδισμένο
είχαν κερδίσει
είχαν κερδισμένο
είχε κερδηθεί
ήταν κερδισμένος, -η, -ο
είχαν κερδηθεί
ήταν κερδισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κερδίζωθα κερδίζουμε, θα κερδίζομεθα κερδίζομαιθα κερδιζόμαστε
θα κερδίζειςθα κερδίζετεθα κερδίζεσαιθα κερδίζεστε, θα κερδιζόσαστε
θα κερδίζειθα κερδίζουν(ε)θα κερδίζεταιθα κερδίζονται
Fut
ur
θα κερδίσωθα κερδίσουμε, θα κερδίζομεθα κερδηθώθα κερδηθούμε
θα κερδίσειςθα κερδίσετεθα κερδηθείςθα κερδηθείτε
θα κερδίσειθα κερδίσουν(ε)θα κερδηθείθα κερδηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κερδίσει
θα έχω κερδισμένο
θα έχουμε κερδίσει
θα έχουμε κερδισμένο
θα έχω κερδηθεί
θα είμαι κερδισμένος, -η
θα έχουμε κερδηθεί
θα είμαστε κερδισμένοι, -ες
θα έχεις κερδίσει
θα έχεις κερδισμένο
θα έχετε κερδίσει
θα έχετε κερδισμένο
θα έχεις κερδηθεί
θα είσαι κερδισμένος, -η
θα έχετε κερδηθεί
θα είστε κερδισμένοι, -ες
θα έχει κερδίσει
θα έχει κερδισμένο
θα έχουν κερδίσει
θα έχουν κερδισμένο
θα έχει κερδηθεί
θα είναι κερδισμένος, -η, -ο
θα έχουν κερδηθεί
θα είναι κερδισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κερδίζωνα κερδίζουμε, να κερδίζομενα κερδίζομαινα κερδιζόμαστε
να κερδίζειςνα κερδίζετενα κερδίζεσαινα κερδίζεστε, να κερδιζόσαστε
να κερδίζεινα κερδίζουν(ε)να κερδίζεταινα κερδίζονται
Aoristνα κερδίσωνα κερδίσουμε, να κερδίσομενα κερδηθώνα κερδηθούμε
να κερδίσειςνα κερδίσετενα κερδηθείςνα κερδηθείτε
να κερδίσεινα κερδίσουν(ε)να κερδηθείνα κερδηθούν(ε)
Perfνα έχω κερδίσει
να έχω κερδισμένο
να έχουμε κερδίσει
να έχουμε κερδισμένο
να έχω κερδηθεί
να είμαι κερδισμένος, -η
να έχουμε κερδηθεί
να είμαστε κερδισμένοι, -ες
να έχεις κερδίσει
να έχεις κερδισμένο
να έχετε κερδίσει
να έχετε κερδισμένο
να έχεις κερδηθεί
να είσαι κερδισμένος, -η
να έχετε κερδηθεί
να είστε κερδισμένοι, -ες
να έχει κερδίσει
να έχει κερδισμένο
να έχουν κερδίσει
να έχουν κερδισμένο
να έχει κερδηθεί
να είναι κερδισμένος, -η, -ο
να έχουν κερδηθεί
να είναι κερδισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκέρδιζεκερδίζετεκερδίζεστε
Aoristκέρδισεκερδίστεκερδήσουκερδηθείτε
Part
izip
Presκερδίζονταςκερδιζόμενος
Perfέχοντας κερδίσει, έχοντας κερδισμένοκερδισμένος, -η, -οκερδισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκερδίσεικερδηθεί










Griechische Definition zu κερδίζω

κερδίζω [erδízo] -ομαι παθ. αόρ. κερδήθηκα, απαρέμφ. κερδηθεί : 1α. αποκτώ χρήματα από την εργασία μου ή από άλλη δραστηριότητα: Πόσα κερδίζεις το μήνα; κερδίζω πολλά / λίγα. Θα κερδίσω καθαρά εκατό χιλιάδες. Πώς κερδίζει τη ζωή του;, πώς εξασφαλίζει τα αναγκαία; (έκφρ.) κερδίζω το ψωμί* μου / τα προς το ζην*. β. αποκτώ κτ. από ευνοϊκή τύχη ή από προσωπική ικανότητα. ANT χάνω: Kέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου / ένα ταξίδι στο Παρίσι. Θα το κερδίσω το στοίχημα. || Ο λαχνός που κερδίζει είναι… ΠAΡ έκφρ. όποιος χάνει στα χαρτιά* κερδίζει στην αγάπη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κερδίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15