κατεβαίνω  Verb  [kateveno, katebainw]

Ähnliche Bedeutung wie κατεβαίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κατεβαίνω

... Ο Μανόλης Κατεβαίνης κατάγεται από τη Σάμο και έλαβε το διδακτορικό του στην Επιστήμη Υπολογιστών (Computer Science) από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας ...

... άρχισαν να κατεβαίνουν στα πεδινά και να δουλεύουν στις σταφίδες, εκεί έφτιαχναν καλύβες κι έμεναν σχεδόν όλο το καλοκαίρι. Αρχικά κατέβαιναν στην Αιγιάλεια ...

... στον ποταμό Έρκυνα. Κρέας έχει άφθονο από τις θυσίες, γιατί εκείνος που κατεβαίνει, θυσιάζει στον ίδιο τον Τροφώνιο και στα παιδιά του, στον Απόλλωνα επίσης ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aussteigen

... Könnten Sie mir Bescheid sagen, wenn ich aussteigen soll? ...

... Alle im Auto sagten, sie wollten aussteigen und sich die Beine vertreten. ...

... der keine Lust mehr hat, aktiv mitzudiskutieren, kann einfach aussteigen und von außen zuhören. Dadurch bleibt die Diskussion aktiv und verliert sich ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ
I descend
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κατεβαίνωκατεβαίνουμε, κατεβαίνομε
κατεβαίνειςκατεβαίνετε
κατεβαίνεικατεβαίνουν(ε)
Imper
fekt
κατέβαινακατεβαίναμε
κατέβαινεςκατεβαίνατε
κατέβαινεκατεβαιναν, κατεβαίναν(ε)
Aoristκατέβηκα, katebazo">κατέβασακατεβήκαμε
κατέβηκεςκατεβήκατε
κατέβηκεκατέβηκαν, κατεβήκαν(ε)
Per
fect
έχω κατέβει/κατεβεί
είμαι κατεβασμένος, -η
έχουμε κατέβει/κατεβεί
είμαστε κατεβασμένοι, -ες
έχεις κατέβει/κατεβεί
είσαι κατεβασμένος, -η
έχετε κατέβει/κατεβεί
είστε κατεβασμένοι, -ες
έχει κατέβει/κατεβεί
είναι κατεβασμένος, -η, -ο
έχουν κατέβει/κατεβεί
είναι κατεβασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κατέβει/κατεβεί
ήμουν κατεβασμένος, -η
είχαμε κατέβει/κατεβεί
ήμαστε κατεβασμένοι, -ες
είχες κατέβει/κατεβεί
ήσουν κατεβασμένος, -η
είχατε κατέβει/κατεβεί
ήσαστε κατεβασμένοι, -ες
είχε κατέβει/κατεβεί
ήταν κατεβασμένος, -η, -ο
είχαν κατέβει/κατεβεί
ήταν κατεβασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κατεβαίνωθα κατεβαίνουμε, θα κατεβαίνομε
θα κατεβαίνειςθα κατεβαίνετε
θα κατεβαίνειθα κατεβαίνουν(ε)
Fut
ur
θα κατέβω, θα κατεβώθα κατέβουμε, θα κατέβομε, θα κατεβούμε
θα κατέβεις, θα κατέβειςθα κατέβετε, θα κατεβείτε
θα κατέβει, θα κατέβειθα κατέβουν(ε), θα κατεβούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κατέβει/κατεβεί
θα είμαι κατεβασμένος, -η
θα έχουμε κατέβει/κατεβεί
θα είμαστε κατεβασμένοι, -ες
θα έχεις κατέβει/κατεβεί
θα είσαι κατεβασμένος, -η
θα έχετε κατέβει/κατεβεί
θα είστε κατεβασμένοι, -ες
θα έχει κατέβει/κατεβεί
θα είναι κατεβασμένος, -η, -ο
θα έχουν κατέβει/κατεβεί
θα είναι κατεβασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κατεβαίνωνα κατεβαίνουμε, να κατεβαίνομε
να κατεβαίνειςνα κατεβαίνετε
να κατεβαίνεινα κατεβαίνουν(ε)
Aoristνα κατέβω, να κατεβώνα κατέβουμε, να κατέβομε, να κατεβούμε
να κατέβεις, να κατέβειςνα κατέβειτε, να κατεβείτε
να κατέβει, να κατεβείνα κατέβουν(ε), να κατεβούν
Perfνα έχω κατέβει/κατεβεί
να είμαι κατεβασμένος, -η
να έχουμε κατέβει/κατεβεί
να είμαστε κατεβασμένοι, -ες
να έχεις κατέβει/κατεβεί
να είσαι κατεβασμένος, -η
να έχετε κατέβει/κατεβεί
να είστε κατεβασμένοι, -ες
να έχει κατέβει/κατεβεί
να είναι κατεβασμένος, -η, -ο
να έχουν κατέβει/κατεβεί
να είναι κατεβασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατέβαινεκατεβαίνετε
Aoristκατέβακατεβείτε
Part
izip
Presκατεβαίνοντας
Perfέχοντας κατέβει/κατεβεί, όντας κατεβασμένος
InfinAoristκατέβει/κατεβεί






Griechische Definition zu κατεβαίνω

κατεβαίνω [katevéno] Ρ αόρ. κατέβηκα, προστ. κατέβα, απαρέμφ. κατέβει και κατεβεί, μππ. κατεβασμένος· (πρβ. κατεβάζω, ως αντίστοιχο ενεργ.) : ANT ανεβαίνω. I. (υπ. έμψ.) 1α. βαδίζω, κινούμαι από πάνω προς τα κάτω, από υψηλότερο επίπεδο σε χαμηλότερο: κατεβαίνω από το βουνό / τον κατήφορο / στο υπόγειο. κατεβαίνω τη σκάλα / δύο δύο τα σκαλοπάτια. κατεβαίνω με τη σκάλα / με τα πόδια / με το ασανσέρ. κατεβαίνω από το δέντρο / από την ταράτσα. Kατέβα κάτω! κατεβαίνω στο δρόμο, από κάποιο κτίριο ή ύψωμα και ως έκφραση, παίρνω μέρος σε εκδήλωση διαμαρτυρίας: Aν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας θα κατεβούμε στους δρόμους. (έκφρ.) κατεβαίνω στον τάφο, πεθαίνω: Είδε τα πιο αγαπητά του πρόσωπα να κατεβαίνουν στον τάφο. κατεβαίνω στην εκτίμηση κάποιου, με εκτιμά λιγότερο από πριν. κατεβαίνω στο επίπεδο κάποιου, συμπεριφέρομαι με μικροπρέπεια ή με χυδαιότητα όπως αυτός: Δεν απαντώ στις ύβρεις του, γιατί δε θέλω να κατεβώ στο επίπεδό του. ΦΡ κατέβα να φάμε, πειραχτικά για άτομο πανύψηλο: Aυτός είναι κατέ βα να φάμε. (λαϊκ.) κατέβαινε (το παραδάκι), δώσε τα χρήματα. β. κατεβαίνω από την έδρα / από το βήμα / από τον άμβωνα, τελειώνω την αγόρευση, την ομιλία μου και απομακρύνομαι και ως έκφραση, τελειώνω τη σταδιοδρομία μου ή παύω να προσφέρω τις υπηρεσίες μου ως δάσκαλος, δικαστής, ιεροκήρυκας κτλ. (έκφρ.) κατεβαίνω από το θρόνο, χάνω τη βασιλική ή αυτοκρατορική εξουσία. κατεβαίνω από την εξουσία, χάνω την εξουσία. γ. (για μεταφορικό μέσο) αποβιβάζομαι ή αφιππεύω: κατεβαίνω από το ποδήλατο / από το αυτοκίνητο / από το τρένο / από το πλοίο / από το αεροπλάνο. Θα κατεβώ στην επόμενη στάση. Άλλος για να κατέβει!, ποιος θα κατεβεί στην επόμενη στάση; κατεβαίνω από το άλογο / από το μουλάρι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κατεβαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15