καταναλώνω  Verb  [katanalono, katanalwnw]

Ähnliche Bedeutung wie καταναλώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καταναλώνω

... αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν ιδιαιτέρως τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί. Το βούτυρο ήταν γνωστό ...

... είναι ο ρυθμός μεταβολής έργου ή αλλιώς το ποσό της ενέργειας που καταναλώνεται στη μονάδα του χρόνου. Θερμική ισχύς είναι η θερμότητα στη μονάδα ...

... αμυλούχες τροφές, όπως ρύζι, αλεύρι, ζυμαρικά ή σιτάρι. Ζεστές σούπες καταναλώνονται κυρίως το χειμώνα καθώς αυξάνουν τη θερμοκρασία του σώματος, αλλά και ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze konsumieren

... Die Schweizer konsumieren viel Bier. ...

... Wir konsumieren und sie verdienen dran. ...

... Mischgetränke trinken, sind es bei den 15-Jährigen bereits 18 %, die zumindest wöchentlich Bier konsumieren und 29 %, die alkoholische Mischgetränke trinken. Im ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΩ
I consume
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταναλώνω, καταναλίσκωκαταναλώνουμε, καταναλώνομεκαταναλώνομαικαταναλωνόμαστε
καταναλώνειςκαταναλώνετεκαταναλώνεσαικαταναλώνεστε, καταναλωνόσαστε
καταναλώνεικαταναλώνουν(ε)καταναλώνεταικαταναλώνονται
Imper
fekt
κατανάλωνακαταναλώναμεκαταναλωνόμουν(α)καταναλωνόμαστε, καταναλωνόμασταν
κατανάλωνεςκαταναλώνατεκαταναλωνόσουν(α)καταναλωνόσαστε, καταναλωνόσασταν
κατανάλωνεκατανάλωναν, καταναλώναν(ε)καταναλωνόταν(ε)καταναλώνονταν, καταναλωνόντανε, καταναλωνόντουσαν
Aoristκατανάλωσακαταναλώσαμεκαταναλώθηκακαταναλωθήκαμε
κατανάλωσεςκαταναλώσατεκαταναλώθηκεςκαταναλωθήκατε
κατανάλωσεκατανάλωσαν, καταναλώσαν(ε)καταναλώθηκεκαταναλώθηκαν, καταναλωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω καταναλώσει
έχω καταναλωμένο
έχουμε καταναλώσει
έχουμε καταναλωμένο
έχω καταναλωθεί
είμαι καταναλωμένος, -η
έχουμε καταναλωθεί
είμαστε καταναλωμένοι, -ες
έχεις καταναλώσει
έχεις καταναλωμένο
έχετε καταναλώσει
έχετε καταναλωμένο
έχεις καταναλωθεί
είσαι καταναλωμένος, -η
έχετε καταναλωθεί
είστε καταναλωμένοι, -ες
έχει καταναλώσει
έχει καταναλωμένο
έχουν καταναλώσει
έχουν καταναλωμένο
έχει καταναλωθεί
είναι καταναλωμένος, -η, -ο
έχουν καταναλωθεί
είναι καταναλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καταναλώσει
είχα καταναλωμένο
είχαμε καταναλώσει
είχαμε καταναλωμένο
είχα καταναλωθεί
ήμουν καταναλωμένος, -η
είχαμε καταναλωθεί
ήμαστε καταναλωμένοι, -ες
είχες καταναλώσει
είχες καταναλωμένο
είχατε καταναλώσει
είχατε καταναλωμένο
είχες καταναλωθεί
ήσουν καταναλωμένος, -η
είχατε καταναλωθεί
ήσαστε καταναλωμένοι, -ες
είχε καταναλώσει
είχε καταναλωμένο
είχαν καταναλώσει
είχαν καταναλωμένο
είχε καταναλωθεί
ήταν καταναλωμένος, -η, -ο
είχαν καταναλωθεί
ήταν καταναλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταναλώνωθα καταναλώνουμε, θα καταναλώνομεθα καταναλώνομαιθα καταναλωνόμαστε
θα καταναλώνειςθα καταναλώνετεθα καταναλώνεσαιθα καταναλώνεστε, θα καταναλωνόσαστε
θα καταναλώνειθα καταναλώνουν(ε)θα καταναλώνεταιθα καταναλώνονται
Fut
ur
θα καταναλώσωθα καταναλώσουμε, θα καταναλώσομεθα καταναλωθώθα καταναλωθούμε
θα καταναλώσειςθα καταναλώσετεθα καταναλωθείςθα καταναλωθείτε
θα καταναλώσειθα καταναλώσουνθα καταναλωθείθα καταναλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταναλώσει
θα έχω καταναλωμένο
θα έχουμε καταναλώσει
θα έχουμε καταναλωμένο
θα έχω καταναλωθεί
θα είμαι καταναλωμένος, -η
θα έχουμε καταναλωθεί
θα είμαστε καταναλωμένοι, -ες
θα έχεις καταναλώσει
θα έχεις καταναλωμένο
θα έχετε καταναλώσει
θα έχετε καταναλωμένο
θα έχεις καταναλωθεί
θα είσαι καταναλωμένος, -η
θα έχετε καταναλωθεί
θα είστε καταναλωμένοι, -ες
θα έχει καταναλώσει
θα έχει καταναλωμένο
θα έχουν καταναλώσει
θα έχουν καταναλωμένο
θα έχει καταναλωθεί
θα είναι καταναλωμένος, -η, -ο
θα έχουν καταναλωθεί
θα είναι καταναλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταναλώνωνα καταναλώνουμε, να καταναλώνομενα καταναλώνομαινα καταναλωνόμαστε
να καταναλώνειςνα καταναλώνετενα καταναλώνεσαινα καταναλώνεστε, να καταναλωνόσαστε
να καταναλώνεινα καταναλώνουν(ε)να καταναλώνεταινα καταναλώνονται
Aoristνα καταναλώσωνα καταναλώσουμε, να καταναλώσομενα καταναλωθώνα καταναλωθούμε
να καταναλώσειςνα καταναλώσετενα καταναλωθείςνα καταναλωθείτε
να καταναλώσεινα καταναλώσουν(ε)να καταναλωθείνα καταναλωθούν(ε)
Perfνα έχω καταναλώσει
να έχω καταναλωμένο
να έχουμε καταναλώσει
να έχουμε καταναλωμένο
να έχω καταναλωθεί
να είμαι καταναλωμένος, -η
να έχουμε καταναλωθεί
να είμαστε καταναλωμένοι, -ες
να έχεις καταναλώσει
να έχεις καταναλωμένο
να έχετε καταναλώσει
να έχετε καταναλωμένο
να έχεις καταναλωθεί
να είσαι καταναλωμένος, -η
να έχετε καταναλωθεί
να είστε καταναλωμένοι, -ες
να έχει καταναλώσει
να έχει καταναλωμένο
να έχουν καταναλώσει
να έχουν καταναλωμένο
να έχει καταναλωθεί
να είναι καταναλωμένος, -η, -ο
να έχουν καταναλωθεί
να είναι καταναλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατανάλωνεκαταναλώνετεκαταναλώνεστε
Aoristκατανάλωσεκαταναλώστε, καταναλώσετεκαταναλώσουκαταναλωθείτε
Part
izip
Presκαταναλώνοντας
Perfέχοντας καταναλώσει, έχοντας καταναλωμένοκαταναλωμένος, -η, -οκαταναλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταναλώσεικαταναλωθεί






Griechische Definition zu καταναλώνω

καταναλώνω [katanalóno] -ομαι : ΣYN ξοδεύω. 1α. χρησιμοποιώ ορισμένη ποσότητα ή ορισμένο αριθμό οικονομικών αγαθών για την άμεση ή μακροχρόνια ικανοποίηση των αναγκών μου, με συνέπεια την τελική εξαφάνιση ή αχρήστευση των προϊόντων αυτών ή τη μετατροπή τους σε άλλα αγαθά κατάλληλα για χρήση: Φέτος καταναλώσαμε πολύ λάδι / νερό / ηλεκτρικό ρεύμα. Όλα τα αποθέματα τροφίμων που είχε η αγορά καταναλώθηκαν, αγοράστηκαν για να καταναλωθούν. Tόσο ψωμί δεν μπορεί να καταναλωθεί σε μια μέρα, να φαγωθεί. Θα χρεοκοπήσει το κράτος μας, γιατί καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε. || καταναλώνω θερμίδες. || για χρηματικό ποσό που το δίνω για να προμηθευτώ κτ. ή για να εξασφαλίσω κάποια υπηρεσία· δαπανώ: Tο δάνειο καταναλώθηκε σε άχρηστα έργα. Kατανάλωσε όλη την περιουσία του σε φιλανθρωπικά έργα. Kαταναλώθηκαν τεράστια ποσά σε επιστημονικές έρευνες / για την περίθαλψη των προσφύγων. β. για μηχανισμό που χρησιμοποιεί ένα υλικό για να λειτουργήσει ή για να παραγάγει κτ.: Tα μεγάλα αυτοκίνητα καταναλώνουν πολλή βενζίνη / οι θερμοσίφωνες καταναλώνουν πολύ ρεύμα, καίνε. Tο πλυντήριο καταναλώνει πολύ νερό. Οι βιομηχανίες καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες από πρώτες ύλες. Συσκευή / μηχανή που (δεν) καταναλώνει πολύ, πολλά καύσιμα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταναλώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15