konsumieren
 Verb

καταναλώνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich muss zurück, so wie du Materie konsumieren musst, um zu leben.Πρέπει να γυρίσω όπως εσύ πρέπει να τρως για να επιζήσεις.

Übersetzung nicht bestätigt

Er dürfte auf seiner Junggesellenparty noch nicht mal Alkohol konsumieren.Θα είναι παράνομο να πιει στο δικό του μπάτσελορ πάρτι.

Übersetzung nicht bestätigt

Wie lange konsumieren Sie das schon, Inspektor?Πόσο καιρό καπνίζετε όπιο, επιθεωρητά;

Übersetzung nicht bestätigt

Ich denke, das ganze ist auf der Idee aufgebaut, alle ängstlich zu halten, damit sie konsumieren.Εκεί πιστεύω ότι βασίζεται η όλη ιδέα... τρομοκρατείς τον κόσμο για να καταναλώνει.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir dürfen nichts konsumieren, was unseren Geisteszustand verändert.Δεν πίνουμε τίποτα που να επηρεάζει το μυαλό μας.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταναλώνω, καταναλίσκωκαταναλώνουμε, καταναλώνομεκαταναλώνομαικαταναλωνόμαστε
καταναλώνειςκαταναλώνετεκαταναλώνεσαικαταναλώνεστε, καταναλωνόσαστε
καταναλώνεικαταναλώνουν(ε)καταναλώνεταικαταναλώνονται
Imper
fekt
κατανάλωνακαταναλώναμεκαταναλωνόμουν(α)καταναλωνόμαστε, καταναλωνόμασταν
κατανάλωνεςκαταναλώνατεκαταναλωνόσουν(α)καταναλωνόσαστε, καταναλωνόσασταν
κατανάλωνεκατανάλωναν, καταναλώναν(ε)καταναλωνόταν(ε)καταναλώνονταν, καταναλωνόντανε, καταναλωνόντουσαν
Aoristκατανάλωσακαταναλώσαμεκαταναλώθηκακαταναλωθήκαμε
κατανάλωσεςκαταναλώσατεκαταναλώθηκεςκαταναλωθήκατε
κατανάλωσεκατανάλωσαν, καταναλώσαν(ε)καταναλώθηκεκαταναλώθηκαν, καταναλωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω καταναλώσει
έχω καταναλωμένο
έχουμε καταναλώσει
έχουμε καταναλωμένο
έχω καταναλωθεί
είμαι καταναλωμένος, -η
έχουμε καταναλωθεί
είμαστε καταναλωμένοι, -ες
έχεις καταναλώσει
έχεις καταναλωμένο
έχετε καταναλώσει
έχετε καταναλωμένο
έχεις καταναλωθεί
είσαι καταναλωμένος, -η
έχετε καταναλωθεί
είστε καταναλωμένοι, -ες
έχει καταναλώσει
έχει καταναλωμένο
έχουν καταναλώσει
έχουν καταναλωμένο
έχει καταναλωθεί
είναι καταναλωμένος, -η, -ο
έχουν καταναλωθεί
είναι καταναλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα καταναλώσει
είχα καταναλωμένο
είχαμε καταναλώσει
είχαμε καταναλωμένο
είχα καταναλωθεί
ήμουν καταναλωμένος, -η
είχαμε καταναλωθεί
ήμαστε καταναλωμένοι, -ες
είχες καταναλώσει
είχες καταναλωμένο
είχατε καταναλώσει
είχατε καταναλωμένο
είχες καταναλωθεί
ήσουν καταναλωμένος, -η
είχατε καταναλωθεί
ήσαστε καταναλωμένοι, -ες
είχε καταναλώσει
είχε καταναλωμένο
είχαν καταναλώσει
είχαν καταναλωμένο
είχε καταναλωθεί
ήταν καταναλωμένος, -η, -ο
είχαν καταναλωθεί
ήταν καταναλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταναλώνωθα καταναλώνουμε, θα καταναλώνομεθα καταναλώνομαιθα καταναλωνόμαστε
θα καταναλώνειςθα καταναλώνετεθα καταναλώνεσαιθα καταναλώνεστε, θα καταναλωνόσαστε
θα καταναλώνειθα καταναλώνουν(ε)θα καταναλώνεταιθα καταναλώνονται
Fut
ur
θα καταναλώσωθα καταναλώσουμε, θα καταναλώσομεθα καταναλωθώθα καταναλωθούμε
θα καταναλώσειςθα καταναλώσετεθα καταναλωθείςθα καταναλωθείτε
θα καταναλώσειθα καταναλώσουνθα καταναλωθείθα καταναλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταναλώσει
θα έχω καταναλωμένο
θα έχουμε καταναλώσει
θα έχουμε καταναλωμένο
θα έχω καταναλωθεί
θα είμαι καταναλωμένος, -η
θα έχουμε καταναλωθεί
θα είμαστε καταναλωμένοι, -ες
θα έχεις καταναλώσει
θα έχεις καταναλωμένο
θα έχετε καταναλώσει
θα έχετε καταναλωμένο
θα έχεις καταναλωθεί
θα είσαι καταναλωμένος, -η
θα έχετε καταναλωθεί
θα είστε καταναλωμένοι, -ες
θα έχει καταναλώσει
θα έχει καταναλωμένο
θα έχουν καταναλώσει
θα έχουν καταναλωμένο
θα έχει καταναλωθεί
θα είναι καταναλωμένος, -η, -ο
θα έχουν καταναλωθεί
θα είναι καταναλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταναλώνωνα καταναλώνουμε, να καταναλώνομενα καταναλώνομαινα καταναλωνόμαστε
να καταναλώνειςνα καταναλώνετενα καταναλώνεσαινα καταναλώνεστε, να καταναλωνόσαστε
να καταναλώνεινα καταναλώνουν(ε)να καταναλώνεταινα καταναλώνονται
Aoristνα καταναλώσωνα καταναλώσουμε, να καταναλώσομενα καταναλωθώνα καταναλωθούμε
να καταναλώσειςνα καταναλώσετενα καταναλωθείςνα καταναλωθείτε
να καταναλώσεινα καταναλώσουν(ε)να καταναλωθείνα καταναλωθούν(ε)
Perfνα έχω καταναλώσει
να έχω καταναλωμένο
να έχουμε καταναλώσει
να έχουμε καταναλωμένο
να έχω καταναλωθεί
να είμαι καταναλωμένος, -η
να έχουμε καταναλωθεί
να είμαστε καταναλωμένοι, -ες
να έχεις καταναλώσει
να έχεις καταναλωμένο
να έχετε καταναλώσει
να έχετε καταναλωμένο
να έχεις καταναλωθεί
να είσαι καταναλωμένος, -η
να έχετε καταναλωθεί
να είστε καταναλωμένοι, -ες
να έχει καταναλώσει
να έχει καταναλωμένο
να έχουν καταναλώσει
να έχουν καταναλωμένο
να έχει καταναλωθεί
να είναι καταναλωμένος, -η, -ο
να έχουν καταναλωθεί
να είναι καταναλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατανάλωνεκαταναλώνετεκαταναλώνεστε
Aoristκατανάλωσεκαταναλώστε, καταναλώσετεκαταναλώσουκαταναλωθείτε
Part
izip
Presκαταναλώνοντας
Perfέχοντας καταναλώσει, έχοντας καταναλωμένοκαταναλωμένος, -η, -οκαταναλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταναλώσεικαταναλωθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback