καταβάλλω  Verb  [katavallo, kataballw]

Ähnliche Bedeutung wie καταβάλλω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καταβάλλω

... εμφάνιση της δορυφορικής τηλεόρασης. Οι εταιρίες δορυφορικής τηλεόρασης καταβάλλουν τεράστια ποσά για να αγοράσουν τα δικαιώματα κάλυψης των ποδοσφαιρικών ...

... μισθώνουν γη της ιδιαίτερης κατηγορίας ka-ma και είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν εισφορές. Η έκταση ενός τεμαχίου γης μετριέται με τους σπόρους που απαιτούνται ...

... κατηγορητήριον και αυτό με ανησυχεί. Έχουν εξασφαλίσει την καταδίκη μας και δεν καταβάλλουν προσπάθειαν δια να δημιουργήσουν λόγους φαινομενικώς ισχυρούς». Χαρακτηριστικό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einzahlen

... Es gibt Leute, die ihr Geld nicht auf der Bank einzahlen wollen. ...

... Meine Mutter sagte mir immer, dass ich jeden Monat Geld in die Bank einzahlen solle, damit ich im Falle eines Notfalls genügend habe. ...

Quelle: human600, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΚΑΤΑΒΑΛΛΩ
I exhaust
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταβάλλωκαταβάλλουμε, καταβάλλομεκαταβάλλομαικαταβαλλόμαστε
καταβάλλειςκαταβάλλετεκαταβάλλεσαικαταβάλλεστε, καταβαλλόσαστε
καταβάλλεικαταβάλλουν(ε)καταβάλλεταικαταβάλλονται
Imper
fekt
κατέβαλλακαταβάλλαμεκαταβαλλόμουν(α)καταβαλλόμαστε
κατέβαλλεςκαταβάλλατεκαταβαλλόσουν(α)καταβαλλόσαστε
κατέβαλλεκατέβαλλαν, καταβάλλαν(ε)καταβαλλόταν(ε)καταβάλλονταν
Aoristκατέβαλακαταβάλαμεκαταβλήθηκακαταβληθήκαμε
κατέβαλεςκαταβάλατεκαταβλήθηκεςκαταβληθήκατε
κατέβαλεκατέβαλαν, καταβάλαν(ε)καταβλήθηκεκαταβλήθηκαν, καταβληθήκαν(ε)
Per
fect
έχω καταβάλειέχουμε καταβάλειέχω καταβληθεί
είμαι καταβεβλημένος, -η
έχουμε καταβληθεί
είμαστε καταβεβλημένοι, -ες
έχεις καταβάλειέχετε καταβάλειέχεις καταβληθεί
είσαι καταβεβλημένος, -η
έχετε καταβληθεί
είστε καταβεβλημένοι, -ες
έχει καταβάλειέχουν καταβάλειέχει καταβληθεί
είναι καταβεβλημένος, -η, -ο
έχουν καταβληθεί
είναι καταβεβλημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καταβάλειείχαμε καταβάλειείχα καταβληθεί
ήμουν καταβεβλημένος, -η
είχαμε καταβληθεί
ήμαστε καταβεβλημένοι, -ες
είχες καταβάλειείχατε καταβάλειείχες καταβληθεί
ήσουν καταβεβλημένος, -η
είχατε καταβληθεί
ήσαστε καταβεβλημένοι, -ες
είχε καταβάλειείχαν καταβάλειείχε καταβληθεί
ήταν καταβεβλημένος, -η, -ο
είχαν καταβληθεί
ήταν καταβεβλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταβάλλωθα καταβάλλουμε, θα καταβάλλομεθα καταβάλλομαιθα καταβαλλόμαστε
θα καταβάλλειςθα καταβάλλετεθα καταβάλλεσαιθα καταβάλλεστε, θα καταβαλλόσαστε
θα καταβάλλειθα καταβάλλουν(ε)θα καταβάλλεταιθα καταβάλλονται
Fut
ur
θα καταβάλωθα καταβάλουμε, θα καταβάλομεθα καταβληθώθα καταβληθούμε
θα καταβάλειςθα καταβάλετεθα καταβληθείςθα καταβληθείτε
θα καταβάλειθα καταβάλουν(ε)θα καταβληθείθα καταβληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταβάλειθα έχουμε καταβάλειθα έχω καταβληθεί
θα είμαι καταβεβλημένος, -η
θα έχουμε καταβληθεί
θα είμαστε καταβεβλημένοι, -ες
θα έχεις καταβάλειθα έχετε καταβάλειθα έχεις καταβληθεί
θα είσαι καταβεβλημένος, -η
θα έχετε καταβάλει
θα είστε καταβεβλημένοι, -ες
θα έχει καταβάλειθα έχουν καταβάλειθα έχει καταβληθεί
θα είναι καταβεβλημένος, -η, -ο
θα έχουν καταβληθεί
θα είναι καταβεβλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταβάλλωνα καταβάλλουμε, να καταβάλλομενα καταβάλλομαινα καταβαλλόμαστε
να καταβάλλειςνα καταβάλλετενα καταβάλλεσαινα καταβάλλεστε, να καταβαλλόσαστε
να καταβάλλεινα καταβάλλουνενα καταβάλλεταινα καταβάλλονται
Aoristνα καταβάλωνα καταβάλουμενα καταβληθώνα καταβληθούμε
να καταβάλειςνα καταβάλετενα καταβληθείςνα καταβληθείτε
να καταβάλεινα καταβάλουν(ε)να καταβληθείνα καταβληθούν(ε)
Perfνα έχω καταβάλεινα έχουμε καταβάλεινα έχω καταβληθεί
να είμαι καταβεβλημένος, -η
να έχουμε καταβληθεί
να είμαστε καταβεβλημένοι, -ες
να έχεις καταβάλεινα έχετε καταβάλεινα έχεις καταβληθεί
να είσαι καταβεβλημένος, -η
να έχετε καταβληθεί
να είστε καταβεβλημένοι, -ες
να έχει καταβάλεινα έχουν καταβάλεινα έχει καταβληθεί
να είναι καταβεβλημένος, -η, -ο
να έχουν καταβληθεί
να είναι καταβεβλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατάβαλλεκαταβάλλετεκαταβάλλεστε
Aoristκατάβαλεκαταβάλετεκαταβληθείτε
Part
izip
Presκαταβάλλονταςκαταβαλλόμενος
Perfέχοντας καταβάλεικαταβεβλημένος, -η, -οκαταβεβλημένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταβάλεικαταβληθεί












Griechische Definition zu καταβάλλω

καταβάλλω.

I. Ενεργ.
1)
α) Ρίχνω:
(Φυσιολ. 35024
β) παραδίδω:
Αδύνατον εις δυνατού χείρας μη καταβάλλεις (Σπαν. O 127
γ) κατεβάζω χαμηλά:
αυτούς ούς προβιβάζει δε (ενν. η τύχη) τάχιστα καταβάλλει (Βίος Αλ. 3898
δ) φρ. καταβάλλω κάπ. εις οργήν = εξοργίζω κάπ.:
(Πτωχολ. α 732).
2)
α) Νικώ, υπερνικώ, ταπεινώνω:
ο θάνατος τα πάντα καταβάλλει (Αχιλλ. N 1820
η σοφία σου γαρ πάντας καταβάλλει γουν φρονίμους (Ερμον. Α 291
β) εξευτελίζω, προσβάλλω:
(Διήγ. παιδ. 464), (Αλεξ. 664).
3) Παραμερίζω, παραγκωνίζω:
(Ιστ. Βλαχ. 1342).
4) Κατηγορώ, διαβάλλω:
να σου καταβάλω άδικα την καλήν σου γυναίκα (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 426).
II. (Μέσ.) ταπεινώνομαι:
(Χριστ. διδασκ. 367).
[αρχ. καταβάλλω. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταβάλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15