θίγω  Verb  [thigo, thiro, thigw]

Ähnliche Bedeutung wie θίγω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze θίγω

... την Ιστορία ενός Εγκλήματος του Νόρμαν Τζούισον, ένα κοινωνικό δράμα που θίγει το πρόβλημα του ρατσισμού και προσέφερε το Όσκαρ ερμηνείας Α΄ ανδρικού ρόλου ...

... τον προσηλυτισμό ο οποίος νομικά ορίζεται πιο περιορισμένα, για να μην θίγεται το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης του θρησκευτικού αισθήματος, ως «η με ...

... αποπομπή του από την κυβέρνηση. Σύντομα όμως επεκτάθηκε και σε άλλα ζητήματα θίγοντας κυρίως τα εξωτερικά. Ο Γούναρης αφού έλαβε τον λόγο ξεκαθάρισε για άλλη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beleidigen

... Auch, wenn dich ein Thema persönlich berührt, ist es generell ratsam, sachlich zu bleiben und dein andersdenkendes Gegenüber nicht unnötig zu beleidigen oder polemisch zu werden. ...

... Häufig wird das männliche Geschlecht mit Begriffen aus Flora und Fauna, wie „Schwanz“, „Gurke“, „Rute“ oder „Rüssel“ bezeichnet, wobei man gegenüber Kindern aber oft lieber Worte wie „Pillermann“ oder „Piephahn“ verwendet, um ihren Penis zu benennen und eine Ehefrau, die das Gemächt ihres Mannes beleidigen will, seinen Zauberstab am besten „Zipfel“ nennt. ...

... Dieser Brief enthält heikle Informationen, die manche Personen beleidigen können. ...

Quelle: BraveSentry, MUIRIEL, Esperantostern

Grammatik


ΘΙΓΩ
I touch
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θίγωθίγουμε, θίγομεθίγομαιθιγόμαστε
θίγειςθίγετεθίγεσαιθίγεστε, θιγόσαστε
θίγειθίγουν(ε)θίγεταιθίγονται
Imper
fekt
έθιγαθίγαμεθιγόμουν(α)θιγόμαστε, θιγόμασταν
έθιγεςθίγατεθιγόσουν(α)θιγόσαστε, θιγόσασταν
έθιγεέθιγαν, θίγαν(ε)θιγόταν(ε)θίγονταν, θιγόντανε, θιγόντουσαν
Aoristέθιξαθίξαμεθίχτηκαθιχτήκαμε
έθιξεςθίξατεθίχτηκεςθιχτήκατε
έθιξεέθιξαν, θίξαν(ε)θίχτηκεθίχτηκαν, θιχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω θίξει
έχω θιγμένο
έχουμε θίξει
έχουμε θιγμένο
έχω θιχτεί
είμαι θιγμένος, -η
έχουμε θιχτεί
είμαστε θιγμένοι, -ες
έχεις θίξει
έχεις θιγμένο
έχετε θίξει
έχετε θιγμένο
έχεις θιχτεί
είσαι θιγμένος, -η
έχετε θιχτεί
είστε θιγμένοι, -ες
έχει θίξει
έχει θιγμένο
έχουν θίξει
έχουν θιγμένο
έχει θιχτεί
είναι θιγμένος, -η, -ο
έχουν θιχτεί
είναι θιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα θίξει
είχα θιγμένο
είχαμε θίξει
είχαμε θιγμένο
είχα θιχτεί
ήμουν θιγμένος, -η
είχαμε θιχτεί
ήμαστε θιγμένοι, -ες
είχες θίξει
είχες θιγμένο
είχατε θίξει
είχατε θιγμένο
είχες θιχτεί
ήσουν θιγμένος, -η
είχατε θιχτεί
ήσαστε θιγμένοι, -ες
είχε θίξει
είχε θιγμένο
είχαν θίξει
είχαν θιγμένο
είχε θιχτεί
ήταν θιγμένος, -η, -ο
είχαν θιχτεί
ήταν θιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θίγωθα θίγουμε, θα θίγομεθα θίγομαιθα θιγόμαστε
θα θίγειςθα θίγετεθα θίγεσαιθα θίγεστε, θα θιγόσαστε
θα θίγειθα θίγουν(ε)θα θίγεταιθα θίγονται
Fut
ur
θα θίξωθα θίξουμε, θα θίξομεθα θιχτώθα θιχτούμε
θα θίξειςθα θίξετεθα θιχτείςθα θιχτείτε
θα θίξειθα θίξουν(ε)θα θιχτείθα θιχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θίξει
θα έχω θιγμένο
θα έχουμε θίξει
θα έχουμε θιγμένο
θα έχω θιχτεί
θα είμαι θιγμένος, -η
θα έχουμε θιχτεί
θα είμαστε θιγμένοι, -ες
θα έχεις θίξει
θα έχεις θιγμένο
θα έχετε θίξει
θα έχετε θιγμένο
θα έχεις θιχτεί
θα είσαι θιγμένος, -η
θα έχετε θιχτεί
θα είστε θιγμένοι, -ες
θα έχει θίξει
θα έχει θιγμένο
θα έχουν θίξει
θα έχουν θιγμένο
θα έχει θιχτεί
θα είναι θιγμένος, -η, -ο
θα έχουν θιχτεί
θα είναι θιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θίγωνα θίγουμε, να θίγομενα θίγομαινα θιγόμαστε
να θίγειςνα θίγετενα θίγεσαινα θίγεστε, να θιγόσαστε
να θίγεινα θίγουν(ε)να θίγεταινα θίγονται
Aoristνα θίξωνα θίξουμε, να θίξομενα θιχτώνα θιχτούμε
να θίξειςνα θίξετενα θιχτείςνα θιχτείτε
να θίξεινα θίξουν(ε)να θιχτείνα θιχτούν(ε)
Perfνα έχω θίξει
να έχω θιγμένο
να έχουμε θίξει
να έχουμε θιγμένο
να έχω θιχτεί
να είμαι θιγμένος, -η
να έχουμε θιχτεί
να είμαστε θιγμένοι, -ες
να έχεις θίξει
να έχεις θιγμένο
να έχετε θίξει
να έχετε θιγμένο
να έχεις θιχτεί
να είσαι θιγμένος, -η
να έχετε θιχτεί
να είστε θιγμένοι, -ες
να έχει θίξει
να έχει θιγμένο
να έχουν θίξει
να έχουν θιγμένο
να έχει θιχτεί
να είναι θιγμένος, -η, -ο
να έχουν θιχτεί
να είναι θιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presθίγεθίγετεθίγεστε
Aoristθίξεθίξτε, θίχτεθίξουθιχτείτε
Part
izip
Presθίγοντας
Perfέχοντας θίξει, έχοντας θιγμένοθιγμένος, -η, -οθιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristθίξειθιχτεί










Griechische Definition zu θίγω

θίγω [θíγo] -ομαι : 1α. με λόγια ή με ενέργειες προκαλώ σε κπ. ηθική μείωση και κατά συνέπεια και ψυχικό πόνο· προσβάλλω·: Mε έθιξε, γιατί αμφισβήτησε την αξιοπιστία / την εντιμότητα / τις ικανότητές μου. Είναι πολύ εύθικτος, θίγεται με το παραμικρό. || θίγω την τιμή / την υπόληψη / το κύρος / το φιλότιμο κάποιου. β. προκαλώ σε κπ. υλική βλάβη, κυρίως αφαιρώντας ή περιορίζοντας κάποιο κεκτημένο δικαίωμά του: Mέτρα που θίγουν άμεσα τους εργαζομένους. || αφαιρώ ή περιορίζω κτ. που αποτελεί κτήμα ή δικαίωμα κάποιου: Mε το νέο νόμο θίγονται τα μικρά οικόπεδα / τα συμφέροντα των εργαζομένων. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θίγω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15