θίγω Verb  [thigo, thiro, thigw]

  Verb
(1)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
(0)

Etymologie zu θίγω

θίγω mittelgriechisch θίγω altgriechisch θιγγάνω (αόριστος β’: ἔθιγον) ((Lehnbedeutung) französisch toucher)


GriechischDeutsch
Είμαι βέβαιος ότι έχετε μαντέψει πως ο λόγος για τον οποίο θίγω τώρα το συγκεκριμένο θέμα είναι διότι οι συζητήσεις σχετικά με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και τη Συνθήκη της Λισαβόνας επικεντρώνονται σε μεγάλο βαθμό στο ερώτημα τι είδους σχέση θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ της εθνικής κυριαρχίας και της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. " απάντηση είναι ξεκάθαρη: πρέπει να συμπληρώνουν η μία την άλλη.Ich bin sicher, Sie haben erraten, dass ich dieses Thema nun ansprechen werde, weil sich die Debatten über die Europäische Verfassung und den Vertrag von Lissabon zu großem Teil um die Frage drehen, welche Beziehung zwischen nationaler Souveränität und europäischer Souveränität bestehen sollte. Die Antwort ist einfach: Sie sollten einander ergänzen.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu θίγω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θίγωθίγουμε, θίγομεθίγομαιθιγόμαστε
θίγειςθίγετεθίγεσαιθίγεστε, θιγόσαστε
θίγειθίγουν(ε)θίγεταιθίγονται
Imper
fekt
έθιγαθίγαμεθιγόμουν(α)θιγόμαστε, θιγόμασταν
έθιγεςθίγατεθιγόσουν(α)θιγόσαστε, θιγόσασταν
έθιγεέθιγαν, θίγαν(ε)θιγόταν(ε)θίγονταν, θιγόντανε, θιγόντουσαν
Aoristέθιξαθίξαμεθίχτηκαθιχτήκαμε
έθιξεςθίξατεθίχτηκεςθιχτήκατε
έθιξεέθιξαν, θίξαν(ε)θίχτηκεθίχτηκαν, θιχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω θίξει
έχω θιγμένο
έχουμε θίξει
έχουμε θιγμένο
έχω θιχτεί
είμαι θιγμένος, -η
έχουμε θιχτεί
είμαστε θιγμένοι, -ες
έχεις θίξει
έχεις θιγμένο
έχετε θίξει
έχετε θιγμένο
έχεις θιχτεί
είσαι θιγμένος, -η
έχετε θιχτεί
είστε θιγμένοι, -ες
έχει θίξει
έχει θιγμένο
έχουν θίξει
έχουν θιγμένο
έχει θιχτεί
είναι θιγμένος, -η, -ο
έχουν θιχτεί
είναι θιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα θίξει
είχα θιγμένο
είχαμε θίξει
είχαμε θιγμένο
είχα θιχτεί
ήμουν θιγμένος, -η
είχαμε θιχτεί
ήμαστε θιγμένοι, -ες
είχες θίξει
είχες θιγμένο
είχατε θίξει
είχατε θιγμένο
είχες θιχτεί
ήσουν θιγμένος, -η
είχατε θιχτεί
ήσαστε θιγμένοι, -ες
είχε θίξει
είχε θιγμένο
είχαν θίξει
είχαν θιγμένο
είχε θιχτεί
ήταν θιγμένος, -η, -ο
είχαν θιχτεί
ήταν θιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θίγωθα θίγουμε, θα θίγομεθα θίγομαιθα θιγόμαστε
θα θίγειςθα θίγετεθα θίγεσαιθα θίγεστε, θα θιγόσαστε
θα θίγειθα θίγουν(ε)θα θίγεταιθα θίγονται
Fut
ur
θα θίξωθα θίξουμε, θα θίξομεθα θιχτώθα θιχτούμε
θα θίξειςθα θίξετεθα θιχτείςθα θιχτείτε
θα θίξειθα θίξουν(ε)θα θιχτείθα θιχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θίξει
θα έχω θιγμένο
θα έχουμε θίξει
θα έχουμε θιγμένο
θα έχω θιχτεί
θα είμαι θιγμένος, -η
θα έχουμε θιχτεί
θα είμαστε θιγμένοι, -ες
θα έχεις θίξει
θα έχεις θιγμένο
θα έχετε θίξει
θα έχετε θιγμένο
θα έχεις θιχτεί
θα είσαι θιγμένος, -η
θα έχετε θιχτεί
θα είστε θιγμένοι, -ες
θα έχει θίξει
θα έχει θιγμένο
θα έχουν θίξει
θα έχουν θιγμένο
θα έχει θιχτεί
θα είναι θιγμένος, -η, -ο
θα έχουν θιχτεί
θα είναι θιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θίγωνα θίγουμε, να θίγομενα θίγομαινα θιγόμαστε
να θίγειςνα θίγετενα θίγεσαινα θίγεστε, να θιγόσαστε
να θίγεινα θίγουν(ε)να θίγεταινα θίγονται
Aoristνα θίξωνα θίξουμε, να θίξομενα θιχτώνα θιχτούμε
να θίξειςνα θίξετενα θιχτείςνα θιχτείτε
να θίξεινα θίξουν(ε)να θιχτείνα θιχτούν(ε)
Perfνα έχω θίξει
να έχω θιγμένο
να έχουμε θίξει
να έχουμε θιγμένο
να έχω θιχτεί
να είμαι θιγμένος, -η
να έχουμε θιχτεί
να είμαστε θιγμένοι, -ες
να έχεις θίξει
να έχεις θιγμένο
να έχετε θίξει
να έχετε θιγμένο
να έχεις θιχτεί
να είσαι θιγμένος, -η
να έχετε θιχτεί
να είστε θιγμένοι, -ες
να έχει θίξει
να έχει θιγμένο
να έχουν θίξει
να έχουν θιγμένο
να έχει θιχτεί
να είναι θιγμένος, -η, -ο
να έχουν θιχτεί
να είναι θιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presθίγεθίγετεθίγεστε
Aoristθίξεθίξτε, θίχτεθίξουθιχτείτε
Part
izip
Presθίγοντας
Perfέχοντας θίξει, έχοντας θιγμένοθιγμένος, -η, -οθιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristθίξειθιχτεί











Griechische Definition zu θίγω

θίγω [θíγo] -ομαι : 1α. με λόγια ή με ενέργειες προκαλώ σε κπ. ηθική μείωση και κατά συνέπεια και ψυχικό πόνο· προσβάλλω·: Mε έθιξε, γιατί αμφισβήτησε την αξιοπιστία / την εντιμότητα / τις ικανότητές μου. Είναι πολύ εύθικτος, θίγεται με το παραμικρό. || θίγω την τιμή / την υπόληψη / το κύρος / το φιλότιμο κάποιου. β. προκαλώ σε κπ. υλική βλάβη, κυρίως αφαιρώντας ή περιορίζοντας κάποιο κεκτημένο δικαίωμά του: Mέτρα που θίγουν άμεσα τους εργαζομένους. || αφαιρώ ή περιορίζω κτ. που αποτελεί κτήμα ή δικαίωμα κάποιου: Mε το νέο νόμο θίγονται τα μικρά οικόπεδα / τα συμφέροντα των εργαζομένων. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback