εφευρίσκω  Verb  [efevrisko, efeyriskw]

Ähnliche Bedeutung wie εφευρίσκω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze erfinden

... Lustige Geschichten zu erfinden ist ihre Stärke. ...

... Interessante Geschichten zu erfinden ist ihre Stärke. ...

... Eine Wahrheit, die mit böser Absicht erzählt wird, schlägt alle Lügen, die man erfinden kann. ...

Quelle: Miyako, Miyako, al_ex_an_der

Grammatik


ΕΦΕΥΡΙΣΚΩ
I invent
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εφευρίσκωεφευρίσκουμε, εφευρίσκομεεφευρίσκομαιεφευρισκόμαστε
εφευρίσκειςεφευρίσκετεεφευρίσκεσαιεφευρίσκεστε, εφευρισκόσαστε
εφευρίσκειεφευρίσκουν(ε)εφευρίσκεταιεφευρίσκονται
Imper
fekt
εφεύρισκαεφευρίσκαμεεφευρισκόμουν(α)εφευρισκόμαστε
εφεύρισκεςεφευρίσκατεεφευρισκόσουν(α)εφευρισκόσαστε
εφεύρισκεεφεύρισκαν, εφευρίσκαν(ε)εφευρισκόταν(ε)εφευρίσκονταν
Aoristεφεύρα, εφηύραεφεύραμε, εφηύραμεεφευρέθηκαεφευρεθήκαμε
εφεύρες, εφηύρεςεφεύρατε, εφηύρατεεφευρέθηκεςεφευρεθήκατε
εφεύρε, εφηύρεεφεύραν(ε), εφηύραν(ε)εφευρέθηκεεφευρέθηκαν, εφευρεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εφεύρειέχουμε εφεύρειέχω εφευρεθείέχουμε εφευρεθεί
έχεις εφεύρειέχετε εφεύρειέχεις εφευρεθείέχετε εφευρεθεί
έχει εφεύρειέχουν εφεύρειέχει εφευρεθείέχουν εφευρεθεί
Plu
per
fect
είχα εφεύρειείχαμε εφεύρειείχα εφευρεθείείχαμε εφευρεθεί
είχες εφεύρειείχατε εφεύρειείχες εφευρεθείείχατε εφευρεθεί
είχε εφεύρειείχαν εφεύρειείχε εφευρεθείείχαν εφευρεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εφευρίσκωθα εφευρίσκουμε, θα εφευρίσκομεθα εφευρίσκομαιθα εφευρισκόμαστε
θα εφευρίσκειςθα εφευρίσκετεθα εφευρίσκεσαιθα εφευρίσκεστε, θα εφευρισκόσαστε
θα εφευρίσκειθα εφευρίσκουν(ε)θα εφευρίσκεταιθα εφευρίσκονται
Fut
ur
θα εφεύρωθα εφεύρουμε, θα εφεύρομεθα εφευρεθώθα εφευρεθούμε
θα εφεύρειςθα εφεύρετεθα εφευρεθείςθα εφευρεθείτε
θα εφεύρειθα εφεύρουν(ε)θα εφευρεθείθα εφευρεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εφεύρειθα έχουμε εφεύρειθα έχω εφευρεθείθα έχουμε εφευρεθεί
θα έχεις εφεύρειθα έχετε εφεύρειθα έχεις εφευρεθείθα έχετε εφευρεθεί
θα έχει εφεύρειθα έχουν εφεύρειθα έχει εφευρεθείθα έχουν εφευρεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εφευρίσκωνα εφευρίσκουμε, να εφευρίσκομενα εφευρίσκομαινα εφευρισκόμαστε
να εφευρίσκειςνα εφευρίσκετενα εφευρίσκεσαινα εφευρίσκεστε, να εφευρισκόσαστε
να εφευρίσκεινα εφευρίσκουν(ε)να εφευρίσκεταινα εφευρίσκονται
Aoristνα εφεύρωνα εφεύρουμε, να εφεύρομενα εφευρεθώνα εφευρεθούμε
να εφεύρειςνα εφεύρετενα εφευρεθείςνα εφευρεθείτε
να εφεύρεινα εφεύρουν(ε)να εφευρεθείνα εφευρεθούν(ε)
Perfνα έχω εφεύρεινα έχουμε εφεύρεινα έχω εφευρεθείνα έχουμε εφευρεθεί
να έχεις εφεύρεινα έχετε εφεύρεινα έχεις εφευρεθείνα έχετε εφευρεθεί
να έχει εφεύρεινα έχουν εφεύρεινα έχει εφευρεθείνα έχουν εφευρεθεί
Imper
ativ
Presεφεύρισκεεφευρίσκετεεφευρίσκεστε
Aoristεφεύρεεφεύρετε(εφευρέσου)εφευρεθείτε
Part
izip
Presεφευρίσκονταςεφευρισκόμενος
Perfέχοντας εφεύρει
InfinAoristεφεύρειεφευρεθεί




Griechische Definition zu εφευρίσκω

εφευρίσκω [efevrísko] -ομαι Ρ αόρ. εφεύρα, απαρέμφ. εφεύρει, παθ. αόρ. εφευρέθηκα, απαρέμφ. εφευρεθεί : 1.επινοώ ένα νέο, πρωτότυπο τεχνικό όργανο ή μια νέα μέθοδο παραγωγής, κάνω εφεύρεση: Ο Nόμπελ εφεύρε τη δυναμίτιδα. Ο τροχός εφευρέθηκε από τον προϊστορικό άνθρωπο. Ο Ήρωνας ανακάλυψε τη δύναμη του ατμού, η πρώτη όμως ατμομηχανή εφευρέθηκε πολλούς αιώνες αργότερα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εφευρίσκω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15