ετοιμάζω  Verb  [etimazo, etoimazw]

Ähnliche Bedeutung wie ετοιμάζω


Beispielsätze ετοιμάζω

... Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα: τραπέζι 1. "Ετοιμάζω τραπέζι", ή "βάνω τραπέζι", ή "στρώνω τραπέζι" που σημαίνει ετοιμάζω να σερβίρω. 2. "Σηκώνω το τραπέζι", ...

... συγκλητικών για τυχόν αντιδημοκρατικά του συναισθήματα. Ο Αύγουστος ετοιμαζόταν να παραδώσει τον σφραγιδόλιθό του στον ευνοούμενο στρατηγό του, τον Αγρίππα ...

... να ελευθερώσουν την πόλη τους. Εν τω μεταξύ, στη Θήβα, ο Επαμεινώνδας ετοίμαζε τους νεαρούς Θηβαίους για να αντιμετωπίσουν τους Σπαρτιάτες. Τον χειμώνα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zubereiten

... Tom fragte, ob er mir etwas zu essen zubereiten solle. ...

... Gibt es hier irgendwelche Lebensmittel, aus denen man schnell ein Gericht zubereiten kann? ...

... Tom war mit Kochen an der Reihe, aber er hatte vergessen, die Zutaten für das Gericht zu besorgen, das er zubereiten wollte. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, freddy1, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΕΤΟΙΜΑΖΩ
I prepare
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ετοιμάζωετοιμάζουμε, ετοιμάζομεετοιμάζομαιετοιμαζόμαστε
ετοιμάζειςετοιμάζετεετοιμάζεσαιετοιμάζεστε, ετοιμαζόσαστε
ετοιμάζειετοιμάζουν(ε)ετοιμάζεταιετοιμάζονται
Imper
fekt
ετοίμαζαετοιμάζαμεετοιμαζόμουν(α)ετοιμαζόμαστε, ετοιμαζόμασταν
ετοίμαζεςετοιμάζατεετοιμαζόσουν(α)ετοιμαζόσαστε, ετοιμαζόσασταν
ετοίμαζεετοίμαζαν, ετοιμάζαν(ε)ετοιμαζόταν(ε)ετοιμάζονταν, ετοιμαζόντανε, ετοιμαζόντουσαν
Aoristετοίμασαετοιμάσαμεετοιμάστηκαετοιμαστήκαμε
ετοίμασεςετοιμάσατεετοιμάστηκεςετοιμαστήκατε
ετοίμασεετοίμασαν, ετοιμάσαν(ε)ετοιμάστηκεετοιμάστηκαν, ετοιμαστήκανε
Per
fect
έχω ετοιμάσει
έχω ετοιμασμένο
έχουμε ετοιμάσει
έχουμε ετοιμασμένο
έχω ετοιμαστεί
είμαι ετοιμασμένος, -η
έχουμε ετοιμαστεί
είμαστε ετοιμασμένοι, -ες
έχεις ετοιμάσει
έχεις ετοιμασμένο
έχετε ετοιμάσει
έχετε ετοιμασμένο
έχεις ετοιμαστεί
είσαι ετοιμασμένος, -η
έχετε ετοιμαστεί
είστε ετοιμασμένοι, -ες
έχει ετοιμάσει
έχει ετοιμασμένο
έχουν ετοιμάσει
έχουν ετοιμασμένο
έχει ετοιμαστεί
είναι ετοιμασμένος, -η, -ο
έχουν ετοιμαστεί
είναι ετοιμασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ετοιμάσει
είχα ετοιμασμένο
είχαμε ετοιμάσει
είχαμε ετοιμασμένο
είχα ετοιμαστεί
ήμουν ετοιμασμένος, -η
είχαμε ετοιμαστεί
ήμαστε ετοιμασμένοι, -ες
είχες ετοιμάσει
είχες ετοιμασμένο
είχατε ετοιμάσει
είχατε ετοιμασμένο
είχες ετοιμαστεί
ήσουν ετοιμασμένος, -η
είχατε ετοιμαστεί
ήσαστε ετοιμασμένοι, -ες
είχε ετοιμάσει
είχε ετοιμασμένο
είχαν ετοιμάσει
είχαν ετοιμασμένο
είχε ετοιμαστεί
ήταν ετοιμασμένος, -η, -ο
είχαν ετοιμαστεί
ήταν ετοιμασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ετοιμάζωθα ετοιμάζουμε, θα ετοιμάζομεθα ετοιμάζομαιθα ετοιμαζόμαστε
θα ετοιμάζειςθα ετοιμάζετεθα ετοιμάζεσαιθα ετοιμάζεστε, θα ετοιμαζόσαστε
θα ετοιμάζειθα ετοιμάζουν(ε)θα ετοιμάζεταιθα ετοιμάζονται
Fut
ur
θα ετοιμάσωθα ετοιμάσουμε, θα ετοιμάσομεθα ετοιμαστώθα ετοιμαστούμε
θα ετοιμάσειςθα ετοιμάσετεθα ετοιμαστείςθα ετοιμαστείτε
θα ετοιμάσειθα ετοιμάσουν(ε)θα ετοιμαστείθα ετοιμαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ετοιμάσει
θα έχω ετοιμασμένο
θα έχουμε ετοιμάσει
θα έχουμε ετοιμασμένο
θα έχω ετοιμαστεί
θα είμαι ετοιμασμένος, -η
θα έχουμε ετοιμαστεί
θα είμαστε ετοιμασμένοι, -ες
θα έχεις ετοιμάσει
θα έχεις ετοιμασμένο
θα έχετε ετοιμάσει
θα έχετε ετοιμασμένο
θα έχεις ετοιμαστεί
θα είσαι ετοιμασμένος, -η
θα έχετε ετοιμαστεί
θα είστε ετοιμασμένοι, -ες
θα έχει ετοιμάσει
θα έχει ετοιμασμένο
θα έχουν ετοιμάσει
θα έχουν ετοιμασμένο
θα έχει ετοιμαστεί
θα είναι ετοιμασμένος, -η, -ο
θα έχουν ετοιμαστεί
θα είναι ετοιμασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ετοιμάζωνα ετοιμάζουμε, να ετοιμάζομενα ετοιμάζομαινα ετοιμαζόμαστε
να ετοιμάζειςνα ετοιμάζετενα ετοιμάζεσαινα ετοιμάζεστε, να ετοιμαζόσαστε
να ετοιμάζεινα ετοιμάζουν(ε)να ετοιμάζεταινα ετοιμάζονται
Aoristνα ετοιμάσωνα ετοιμάσουμε, να ετοιμάσομενα ετοιμαστώνα ετοιμαστούμε
να ετοιμάσειςνα ετοιμάσετενα ετοιμαστείςνα ετοιμαστείτε
να ετοιμάσεινα ετοιμάσουννα ετοιμαστείνα ετοιμαστούν(ε)
Perfνα έχω ετοιμάσει
να έχω ετοιμασμένο
να έχουμε ετοιμάσει
να έχουμε ετοιμασμένο
να έχω ετοιμαστεί
να είμαι ετοιμασμένος, -η
να έχουμε ετοιμαστεί
να είμαστε ετοιμασμένοι, -ες
να έχεις ετοιμάσει
να έχεις ετοιμασμένο
να έχετε ετοιμάσει
να έχετε ετοιμασμένο
να έχεις ετοιμαστεί
να είσαι ετοιμασμένος, -η
να έχετε ετοιμαστεί
να είστε ετοιμασμένοι, -ες
να έχει ετοιμάσει
να έχει ετοιμασμένο
να έχουν ετοιμάσει
να έχουν ετοιμασμένο
να έχει ετοιμαστεί
να είναι ετοιμασμένος, -η, -ο
να έχουν ετοιμαστεί
να είναι ετοιμασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presετοίμαζεετοιμάζετεετοιμάζεστε
Aoristετοίμασεετοιμάστεετοιμάσουετοιμαστείτε
Part
izip
Presετοιμάζονταςετοιμαζόμενος
Perfέχοντας ετοιμάσει, έχοντας ετοιμασμένοετοιμασμένος, -η, -οετοιμασμένοι, -ες, -α
InfinAoristετοιμάσειετοιμαστεί
















Griechische Definition zu ετοιμάζω

ετοιμάζω [etimázo] -ομαι : 1α.κάνω κτ., με προεργασία, να μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, να επιτελέσει κπ. σκοπό ή να εκπληρώσει κπ. προορισμό: Ετοίμασα τις βαλίτσες για το ταξίδι. Nα ετοιμάσουμε το δωμάτιο για τους ξένους. Ετοιμάζει το σπίτι για τις γιορτές. β. (για φαγητό, γλυκό κτλ.) παρασκευάζω, κάνω ό,τι απαιτείται, ώστε να είναι έτοιμο τον κατάλληλο χρόνο για κατανάλωση: H μαμά ετοιμάζει φαγητό για το μεσημέρι. Ετοίμασα το γλυκό και θα το βάλω αμέσως στο φούρνο. Είναι δύσκολο να ετοιμάσεις γεύμα για δεκαπέντε άτομα. Ετοίμασέ μου, σε παρακαλώ, ένα ποτό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ετοιμάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15